Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2005

Ne me quitte pas...




















Υγρό απόβαδρο στο Παρίσι.
Μια σειρά από μικρά υπαίθρια καταστήματα πωλούν παλιές γκραβούρες δίπλα στο Σηκουάνα, χαζεύω σαν παιδί...κίνηση στην παρακείμενη γέφυρα...η πόλη αρχίζει να φωτίζεται...
Έξω από το Samaritaine, καθισμένη στην άκρη του πεζοδρομίου, μια νέα γυναίκα κρατά ένα παλιό ακορντεόν, το κουρδίζει προσεκτικά...
Μια clochard διαφορετική από τους άλλους, ίσως να το επέλεξε όπως μερικοί, τάχα από άποψη, ίσως όμως να μην είχε που αλλού να ακουμπίσει την ερημιά της.
Μια clochard με σκούρο δέρμα, μάτια βαθιά και διαπεραστικά, σαρκώδη χείλη.
Μια clochard που κουβαλά τον πόνο και την ζεστασιά μιας άλλης γης, πιο ηλιόλουστης...δε τραγουδά εύθυμα και ρυθμικά τραγούδια, δε κρατά γκόνγκα και μαράκες, δεν χορεύει ευφάνταστους χορούς...δεν είναι τουριστική ατραξιόν...μια ανθρώπινη κραυγή είναι...
Το ακορντεόν κλαίει, το ίδιο κι εκείνη...

Ne me quitte pas
il faut oublier
tout peut s’oublier
qui s’enfuit déjà
oublier le temps
des malentendus
et le temps perdu...

Ne me quitte pas...ne me quitte pas…! Μη με εγκαταλείπεις...

Κάπου από το βάθος νιώθεις σα να ακούς τον Jacques Brel και τη Nina Simone…
Κι όμως...η γυναίκα αυτή ίσως έχει ξεχάσει τους χαρούμενους ρυθμούς της μακρινής πατρίδας της, ίσως να μη τους γνώρισε ποτέ, μόνο ένας βραχνός ψίθυρος ακούγεται καθώς κλαίει μια παλιά γαλλική μπαλάντα....
Μη με εγκαταλείπεις, φωνάζει... ne me quitte pas... il faut oublier...πρέπει να ξεχάσω...
Την κοιτώ στα μάτια...
“Από που είσαι;” τη ρωτώ, χωρίς να τη ρωτώ...
“Από τη Μαρτινίκα, μπορεί όμως κι από τη Γουαδελούπη, δε θυμάμαι”, μου απαντά, χωρίς να μου απαντά...με κοιτά στα μάτια...
...ne me quitte pas, τραγουδά σπαρακτικά...
...της λείπει το μποέμ ύφος, δεν φορά έναν ανάλαφρα ρηγμένο στα μαλλιά της μπερέ, ούτε καν ένα αραχνούφαντο φουλάρι, ίσως να μην διάβασε ποτέ Σαρτρ...δεν σπατάλησε το χρόνο της αναλύοντας τον Ντεριντά...το πρωινό της δεν έχει ζεστά κρουασάν και tarte tatin, δεν παρακολούθησε ποτέ κάποιο ντεφιλέ Παριζιάνικης μόδας...δε μπήκε ίσως ποτέ ούτε καν και μέσα στο Samaritaine…τα ρούχα της παλιά και μαύρα, η φωνή της βαθιά και βραχνή, τα μαλλιά της ράστα...κουβαλά πάνω της όλη την παρακμή της μεγαλούπολης, όλη την ερημιά της πολυκοσμίας...το παράπονό της, ο πιο εκκωφαντικός θόρυβος...
Με κοιτά αλλά δε με βλέπει, συνεχίζει να τραγουδά, σηκώνεται...το ακορντεόν συνεχίζει να κλαίει όπως κι αυτή...ne me quitte pas, μη με εγκαταλείπεις και χάνεται, χάνεται σα μια σκιά πίσω από το Samaritaine…
Περνώ κι εγώ μπροστά από το Samaritaine, ανοίγω το βήμα να την προλάβω…δίπλα η γυναίκα μου κρυώνει...με σφύγγει ζεστά ...ne me quitte pas…την αγκαλιάζω κι εγώ...
...είμαστε τυχεροί που έχουμε ο ένας τον άλλον...θα είμαστε για πάντα μαζί...
...η σκιά χάνεται, δε την προλαβαίνω, ίσως και να μη θέλω...ας μου δάνειζε όμως για λίγο το ακορντεόν της...και αν δεν ξέρω να παίζω, τι πειράζει, βλέπεις κι η δική μου πατρίδα ηλιόλουστη είναι, όμως ούτε κι εγώ ξέρω ευφάνταστους χορούς και τραγούδια να σου πω...μόνο κάτι παλιές μπαλάντες μπορώ να ψιθυρίσω και δες μια σύμπτωση, ούτε κι εγώ καν ξέρω τι διάολο γίνεται σ΄ αυτά τα ντεφιλέ...
...το μόνο που ήθελα, το μόνο που πάντα θέλω...

...θέλω να δω το πρόσωπό σου ανθισμένο
να με φιλάς όλη τη νύχτα, όσο αντέξεις
σα φλιπεράκι γελαστό, ξετρελαμένο
σου δίνω ακόμα μία μπίλια για να παίξεις...

κι ύστερα ξάπλωσε κοντά μου και κοιμήσου
εγώ θα πιάσω μια γωνίτσα στο κρεβάτι
όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου
...μα σ’ αγαπώ...
...κι αυτό νομίζω είναι κάτι...

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2005

Χωρίς αερόσακο





Είναι στιγμές που νιώθεις να ελέγχεις τα πάντα, να αισθάνεσαι απόλυτος άρχοντας του μικρόκοσμου που έχεις φτιάξει...

Ένας μικρόκοσμος προστατευμένος από αερόσακους, μια ζωή φούσκα, αέρας κοπανιστός κι έρχονται κάποιες άλλες στιγμές που ξαφνικά νιώθεις οι αερόσακοι να σκάνε, να σε γεμίζουν από τον πεθαμένο, ανθυγιεινό τους αέρα μόνο και μόνο για να προστατεύσουν το μικρόκοσμό σου, τα πολύτιμα κεκτημένα σου τα οποία αγωνίζεσαι λυσσαλέα καθημερινά να αυγατίσεις.

Πρωί Δευτέρας, ανάμεσα σε μια αγανακτισμένη θάλασσα χρεωμένων λαμαρίνων με αερόσακους μπροστινούς, πισινούς, πλευρικούς, πλαγιομετωπικούς, μια αυταπάτη κλεισμένη σε μια φούσκα επίπλαστης ζωής.

Μια φούσκα ζωής καβάλα στο άλογο ή μάλλον στα άλογα των GTI και των Turbo με ABS, ASR, 16βάλβιδους κινητήρες, air condition, δισκόφρενα, και οδηγούς πλοήγησης, αέρας κοπανιστός ανάμεσα σε δερμάτινα αναπαυτικά καθίσματα, και ηλιοροφές.

Κλειστά παράθυρα κι αέρας air condition κι έξω μια ανάσα ζωής, ένας αέρας άλλοτε βρώμικος κι άλλοτε φρέσκος, κλεισμένος μέσα στον επικίνδυνο αερόσακο μιας πόλης στέρφας.
Στο cd της κινούμενης αυταπάτης μου παίζει εδώ και ώρα ένα τραγούδι, ξανά και ξανά και ξανά...

Έξω δύο μάτια σκούρα, καθαρά, διεισδυτικά καρφωμένα πάνω στο βρώμικο παρμπρίζ της αυταπάτης μου.

“Να το καθαρίσω;”
Δεν μιλάω...αν μπορούσες να καθαρίσεις και το εσωτερικό, να φυσήξεις λίγο φρέσκο αέρα, να κάνεις τους αερόσακους μου να σκάσουν μια για πάντα.
Δυό σκούρα παιδικά μάτια... αμερικάνικο φιλμ noir...κάπου στο βάθος θα εμφανιστεί ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ...
Δυό παιδικά μάτια, αερόσακος που σκάει κατάμουτρα...τζάμπα σπαταλημένη ελπίδα στα πεζοδρόμια και στα φανάρια των δρόμων...

...και το τραγούδι να παίζει...ξανά και ξανά...
...ανοίγω τα παράθυρα να μπει η φρεσκάδα...να βγει έξω το τραγούδι να ενωθεί με εκείνα τα παιδικά καθαρά, μαύρα μάτια, με την ελπίδα, με μια ζωή χωρίς αερόσακο, χωρίς ζώνες ασφαλείας...

...και το τραγούδι να μη σταματά...ξανά και ξανά...η μουσική του Θεοδωράκη, οι στίχοι του Λ.Παπαδόπουλου...η φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου, η καρδιά γίνεται κόμπος, μια φωνή μετωπική σύγκρουση στη λεωφόρο...χωρίς αερόσακο...

Κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ' αγαπούν
και πώς σε θένε
Έχε τον νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε

Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν

Έχε τον νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα 'ρθουν οι καιροί
που θα 'χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα

Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί

υπάρχει ελπίδα...

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2005

Du bist die fesche Lola


















Τα φώτα χαμηλώνουν, τα μπαλέτα ετοιμάζονται για το πρόγραμμά τους, αναβρασμός στα καμαρίνια, το cabaret λουσμένο με ένα αχνό κόκκινο φως, μια μεγάλη δίνη έτοιμη να ρουφήξει θαμώνες και θίασο, μυρωδιά φίνου καπνού, κινήσεις νωχελικές, ματιές λάγνες, ιδρώτας, αλκοόλ και φτηνά αρώματα γυναικών του cabaret, ένας κύριος διορθώνει το παπιγιόν του που τσαλακώθηκε καθώς έσβηνε τον πόθο του στο βελούδινο λαιμό μιας χορεύτριας, η τραγουδίστρια βρίζει καθώς σκίζεται το νάυλον καλσόν της, εκείνο με τη ραφή στο πλάι να σταματά στους φίνους λευκούς μηρούς της, τα σανίδια τρίζουν, τα φώτα όλα σβήνουν, μόνο ένας προβολέας λούζει με φως το πάλκο.
Ο κονφερασιέ ντυμμένος με λευκό σακάκι, μαύρο παντελόνι, πουά παπιγιόν, με φίνο λευκό πουκάμισο, σάπισε λίγο στις άκρες μα ποιός θα το προσέξει, στέκεται στο κέντρο του πάλκου, θέλει κάτι έξυπνο να πει, χαριτωμένο, να σπάσει την πνηγερή ακινησία του cabaret.
Το μόνο που καταφέρνει όμως να ψελλίσει είναι :

“Να με προσέχεις”.

Έλα κοντά μη κάνεις πίσω
το χέρι κράτα μου στα σκοτεινά
Έλα κοντά να σου μιλήσω
γι' αυτά που μέσα δεν χωράνε πια
Να με προσέχεις, γιατί έχω πέσει χαμηλά
έχω πέσει χαμηλά, μάτια μου γλυκά να με αντέχεις
Να με προσέχεις, μέχρι να σηκωθώ ξανά
λίγο ακόμα μοναχά, μάτια μου γλυκά πως με αντέχεις
Να με προσέχεις

Έλα κοντά το κόσμο κρύψε
το κόσμο αυτό που μου ζητάει πολλά
Έλα κοντά μια σπίθα ρίξε
να βγει απ' τη στάχτη μου ξανά φωτιά
Να με προσέχεις, γιατί έχω πέσει χαμηλά
έχω πέσει χαμηλά, μάτια μου γλυκά πως με αντέχεις
…να με προσέχεις…

Ο προβολέας σβήνει, ο κονφερασιέ χάνεται στο βάθος, το παπιγιόν λύνεται και πέφτει, το cabaret αρχίζει να βρίσκει ξανά τους ρυθμούς του, τα μπαλέτα απλώνονται στο πάλκο, η τραγουδίστρια πρόσχαρη όπως πάντα αρχίζει το τραγούδι της:

Unsrer beiden Schatten sah'n
wie einer aus
Dass wir so lieb uns hatten, das sah man gleich
daraus
Und alle Leute soll'n es seh'n
Wenn wir bei der Laterne steh'n
Wie einst, Lili Marleen
Wie einst, Lili Marleen

...οι θαμώνες εκστασιάζονται από τη μουσική, το χορό και τον ψεύτικο πόθο των γυναικών του cabaret, οι καπνοί κάνουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια τους, πειράγματα, ματιές γεμάτες υποσχέσεις που σβήνουν με το πρώτο φως της μέρας, χάδια και γέλια, πολλά γέλια, το τραγούδι συνεχίζεται:

Du bist die fesche Lola...

Ο κονφερασιέ κοιτάζει το είδωλό του στον καθρέπτη, το μακιγιάζ φεύγει αργά, πρώτα γύρω από το στόμμα, μετά από τα μάτια, την ψυχή...

Έλα, λοιπόν “αυθάδικη Lola”, μια σπίθα ρίξε, να βγει απο τη στάχτη μου ξανά φωτιά...

...Να με προσέχεις...

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2005

Willkommen! Bienvenue! Welcome!

- Αρμυρίκι: Ωραία λοιπόν! Το έφτιαξα το blog, του έβαλα ωραίο χρωματάκι, σε απόχρωση λαχανί, βρήκα τη γραμματοσειρά που μου ταιριάζει, έγραψα και μια πρώτη εξυπνάδα εν είδη καλωσορίσματος, έβαλα και μια ωραία φωτογραφία και τώρα; Μα γιατί το έφτιαξα; Το έφτιαξα γιατί το κάνουν κι άλλοι θα μου πεις, ναι αλλά εγώ θα κάνω ότι κάνουν κι άλλοι; ένα με το μπούγιο;

- Φωνή: Δηλαδή και ποιος είσαι εσύ ρε φίλε;

- Αρμυρίκι: Ε πως ρε Φωνή, αφεντικά και δούλοι σκατά γινήκαμε ούλοι; αν κάνουμε όλοι τα ίδια θα έμοιαζαν όλα άχρωμα και άνοστα, νομίζω ότι άλλος είναι ο λόγος που το έφτιαξα. Μήπως το έκανα γιατί είχα πολύ ελεύθερο χρόνο και ήθελα να τον σκοτώσω;

- Φωνή: Σιγά που έχεις ελεύθερο χρόνο βρε κακομοίρη. Το μαγαζί έχει έξοδα, έχει ανάγκες, πρέπει να βγάλεις κέρδη, να πάρεις και εσύ ένα μπόνους, λίγα ψίχουλα κέρδους τους γυρεύεις κι ως την άλλη σου ζωή θα τους δουλεύεις. Μα και στο σπίτι μπας κι έχεις χρόνο; Οικογένεια, υποχρεώσεις, διαβάσματα, γέρασες και μαζεύεις ακόμα πτυχία, βλάκα.

- Αρμυρίκι: Για συμμαζέψου φωνή και μίλα πιο κόσμια, βωμολοχίες στο μαγαζί αυτό απαγορεύονται. Μήπως όμως το έκανα για να βγάλω τα εσώψυχά μου στο internet;

- Φωνή: Αφού σε ξέρω βρε, εσύ είσαι όστρακο κλειστό, εδώ μέσα θα τα βγάλεις; μάλλον το έκανες για να αυτό-επιβεβαιωθείς για να κερδίσεις το σεβασμό των άλλων, να πουν «πω πω τι ωραία που τα λέει ο πούστης (αχ συγνώμη παραφέρθηκα), αχ και να μπορούσα και να τα πω κι εγώ έτσι».

- Αρμυρίκι: Σιγά ρε Φωνή που το έκανα για αυτό, εδώ μέσα νομίζεις την ψάχνω την αυτό-επιβεβαίωση και το σεβασμό; και σιγά που θα μου πουν ότι τα λέω ωραία και θα καμαρώσω σαν παγόνι, αφού το ξέρω ήδη, στο internet περίμενα να το μάθω; Δεν είμαι εγώ internet freak Φωνή, έχω ζωή πραγματική, στο αίμα μου τρέχει μπαρούτι. Άλλος είναι ο λόγος Φωνή, ψάξε και βρες τον.

- Φωνή: The answer, my friend, is blowing in the wind, the answer is blowing in the wind…

- Αρμυρίκι: Καλά, με φώτισες τώρα Φωνή, ήσουνα κατατοπιστικότατη. Ρε Φωνή, εγώ νομίζω ότι το έκανα για λίγο πλάκα, να μαζευτούμε εδώ μέσα μερικοί και να το κάνουμε Βερολινέζικο καμπαρέ του Μεσοπολέμου, γιατί αν νομίζεις ότι το έκανα για να τα γράφω και να τα διαβάζω μόνος μου είσαι γελασμένη, καλύτερα να το μπουρλοτιάσω τώρα αμέσως, που θα το μπουρλοτιάσω ούτως ή άλλως βέβαια, περίμενε και θα δεις. Όταν θα έχω χρόνο θα μπαίνω στα άλλα blogs και θα σχολιάζω, θα κάνω αισθητή την παρουσία μου, να με μάθουν βρε αδερφέ, ανοίξαμε και σας περιμένουμε, πω πω παιχνιδάκι που βρήκα, πως μου είχε ξεφύγει εμένα τόσο καιρό μου λες; και μετά θα μαζευόμαστε κάτω από τα φώτα του καμπαρέ και θα τραγουδάμε :

Willkommen! Bienvenue! Welcome! Im Cabaret, Au Cabaret, To Cabaret!

Meine Damen und Herren, Mes dames et Messieurs, Ladies and Gentlemen,

Guten Abend! Bon Soir! Good Evening! Wie geht's? Comment sa va? Do you feel good?

Ich bin eur Confrencier!!!

Willkommen! Bienvenue! Welcome! Im Cabaret, Au Cabaret, To Cabaret!

Αυτό το cabaret θα έχει τα πάντα, μουσικές, καυτά λόγια κι ανάσες, ίντριγκες, έρωτα, ζεστό ιδρώτα, λάγνες ματιές, γωνιές που λούζονται στο ημίφως και φωτά δυνατά, τραγούδια, πολλά τραγούδια, χορό, ποτό και φαγητό, πολύ ποτό και πολύ φαγητό.

Meine Damen und Herren, Mes dames et Messieurs, Ladies and Gentlemen,
Willkommen! Bienvenue! Welcome! Im Cabaret, Au Cabaret, To Cabaret!

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2005

Και εγένετο blog
















Κάθε κατάστημα που σέβεται τον εαυτό του τοποθετεί στην ταμπέλα του την χρονολογία γέννησής του.

Το τάδε εστιατόριο χρονολογείται από το 1907 για παράδειγμα.

Επί τη βάσει της λογικής αυτής το συγκεκριμένο blog χρονολογείται από ...σήμερα 20/10/2005.

Πόσο θα κρατήσει ουδείς γνωρίζει...μπορεί αύριο να το κάνω παρανάλωμα.

Θα μείνω συντονισμένος να δω τις προθέσεις μου.