
Υγρό απόβαδρο στο Παρίσι.
Μια σειρά από μικρά υπαίθρια καταστήματα πωλούν παλιές γκραβούρες δίπλα στο Σηκουάνα, χαζεύω σαν παιδί...κίνηση στην παρακείμενη γέφυρα...η πόλη αρχίζει να φωτίζεται...
Έξω από το Samaritaine, καθισμένη στην άκρη του πεζοδρομίου, μια νέα γυναίκα κρατά ένα παλιό ακορντεόν, το κουρδίζει προσεκτικά...
Μια clochard διαφορετική από τους άλλους, ίσως να το επέλεξε όπως μερικοί, τάχα από άποψη, ίσως όμως να μην είχε που αλλού να ακουμπίσει την ερημιά της.
Μια clochard με σκούρο δέρμα, μάτια βαθιά και διαπεραστικά, σαρκώδη χείλη.
Μια clochard που κουβαλά τον πόνο και την ζεστασιά μιας άλλης γης, πιο ηλιόλουστης...δε τραγουδά εύθυμα και ρυθμικά τραγούδια, δε κρατά γκόνγκα και μαράκες, δεν χορεύει ευφάνταστους χορούς...δεν είναι τουριστική ατραξιόν...μια ανθρώπινη κραυγή είναι...
Το ακορντεόν κλαίει, το ίδιο κι εκείνη...
Ne me quitte pas
il faut oublier
tout peut s’oublier
qui s’enfuit déjà
oublier le temps
des malentendus
et le temps perdu...
Ne me quitte pas...ne me quitte pas…! Μη με εγκαταλείπεις...
Κάπου από το βάθος νιώθεις σα να ακούς τον Jacques Brel και τη Nina Simone…
Κι όμως...η γυναίκα αυτή ίσως έχει ξεχάσει τους χαρούμενους ρυθμούς της μακρινής πατρίδας της, ίσως να μη τους γνώρισε ποτέ, μόνο ένας βραχνός ψίθυρος ακούγεται καθώς κλαίει μια παλιά γαλλική μπαλάντα....
Μη με εγκαταλείπεις, φωνάζει... ne me quitte pas... il faut oublier...πρέπει να ξεχάσω...
Την κοιτώ στα μάτια...
“Από που είσαι;” τη ρωτώ, χωρίς να τη ρωτώ...
“Από τη Μαρτινίκα, μπορεί όμως κι από τη Γουαδελούπη, δε θυμάμαι”, μου απαντά, χωρίς να μου απαντά...με κοιτά στα μάτια...
...ne me quitte pas, τραγουδά σπαρακτικά...
...της λείπει το μποέμ ύφος, δεν φορά έναν ανάλαφρα ρηγμένο στα μαλλιά της μπερέ, ούτε καν ένα αραχνούφαντο φουλάρι, ίσως να μην διάβασε ποτέ Σαρτρ...δεν σπατάλησε το χρόνο της αναλύοντας τον Ντεριντά...το πρωινό της δεν έχει ζεστά κρουασάν και tarte tatin, δεν παρακολούθησε ποτέ κάποιο ντεφιλέ Παριζιάνικης μόδας...δε μπήκε ίσως ποτέ ούτε καν και μέσα στο Samaritaine…τα ρούχα της παλιά και μαύρα, η φωνή της βαθιά και βραχνή, τα μαλλιά της ράστα...κουβαλά πάνω της όλη την παρακμή της μεγαλούπολης, όλη την ερημιά της πολυκοσμίας...το παράπονό της, ο πιο εκκωφαντικός θόρυβος...
Με κοιτά αλλά δε με βλέπει, συνεχίζει να τραγουδά, σηκώνεται...το ακορντεόν συνεχίζει να κλαίει όπως κι αυτή...ne me quitte pas, μη με εγκαταλείπεις και χάνεται, χάνεται σα μια σκιά πίσω από το Samaritaine…
Περνώ κι εγώ μπροστά από το Samaritaine, ανοίγω το βήμα να την προλάβω…δίπλα η γυναίκα μου κρυώνει...με σφύγγει ζεστά ...ne me quitte pas…την αγκαλιάζω κι εγώ...
...είμαστε τυχεροί που έχουμε ο ένας τον άλλον...θα είμαστε για πάντα μαζί...
...η σκιά χάνεται, δε την προλαβαίνω, ίσως και να μη θέλω...ας μου δάνειζε όμως για λίγο το ακορντεόν της...και αν δεν ξέρω να παίζω, τι πειράζει, βλέπεις κι η δική μου πατρίδα ηλιόλουστη είναι, όμως ούτε κι εγώ ξέρω ευφάνταστους χορούς και τραγούδια να σου πω...μόνο κάτι παλιές μπαλάντες μπορώ να ψιθυρίσω και δες μια σύμπτωση, ούτε κι εγώ καν ξέρω τι διάολο γίνεται σ΄ αυτά τα ντεφιλέ...
...το μόνο που ήθελα, το μόνο που πάντα θέλω...
...θέλω να δω το πρόσωπό σου ανθισμένο
να με φιλάς όλη τη νύχτα, όσο αντέξεις
σα φλιπεράκι γελαστό, ξετρελαμένο
σου δίνω ακόμα μία μπίλια για να παίξεις...
κι ύστερα ξάπλωσε κοντά μου και κοιμήσου
εγώ θα πιάσω μια γωνίτσα στο κρεβάτι
όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου
...μα σ’ αγαπώ...
...κι αυτό νομίζω είναι κάτι...



