Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2005

Παράθυρα ανοιχτά...μόνο !



Φωτοσύνθεση:
“Το σύνολο των χημικών αντιδράσεων που συντελούνται με την επενέργεια του ηλιακού φωτός στα πράσινα μέρη του φυτού”.
(Μείζον Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος – Φυτράκης)

Αρμυρίκι: Σκοτεινά μου φαίνεται εδώ...
Φωνή: Τώρα το κατάλαβες;
Αρμυρίκι: Χρειάζομαι αέρα και φως, δε φωτοσυνθέτω, μαραίνομαι
Φωνή: Ε, δε θα χάσει κι η Βενετιά βελόνι !
Αρμυρίκι: Πόσο καιρό είμαι εδώ;
Φωνή: Δεν είσαι πολύ, προλαβαίνεις !
Αρμυρίκι: Και το καμπαρέ;
Φωνή: Θα το δώσεις αντιπαροχή, μόλις που γλιτώνεις και τον ΦΠΑ.
Αρμυρίκι: Λες;
Φωνή: Kλείστο το ρημάδι, μας κούρασες...
Αρμυρίκι: .......................................................
Φωνή: Data processing?
Αρμυρίκι: Αέρααααααααααααααααααααααα !!!!
Φωνή: Επιτέλους !!!

Παράθυρα ανοιχτά...ακόμα και στο κρύο !

Εις το ... “επανειδείν” ;
Μπα...

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2005

Της μουσικής τα ταξίδια

Πρόσφατα άκουσα τυχαία το cd ενός διάσημου Αφρικανού μουσικού, του Baaba Maal.
Σκέφτηκα ότι μέχρι πριν από μερικά χρόνια δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση να προσεγγίσεις μουσικά ιδιώματα χωρών οι οποίες κατά πολύ απέχουν από την κουλτούρα, και τα μουσικά γούστα ενός ανθρώπου της Δύσης.
Η εξάπλωση όμως του internet, η αναζήτηση νέων αλλά και παλιών πολιτιστικών αξιών, καθώς κι οι νέες εμπορικές αναζητήσεις στο χώρο της παγκόσμιας μουσικής αύξησαν παγκοσμίως τη δημοτικότητα των μουσικών ιδιωμάτων για τα οποία χρησιμοποιείται στο σύνολό τους ο γενικός όρος “world music”.
Παράλληλα, οι προσπάθειες της μουσικής βιομηχανίας να προσδώσει έναν ουκουμενικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στη σύγχρονη μουσική, μέσω της αναζήτησης και της ανάδειξης μουσικών ιδιωμάτων από διάφορες χώρες, παρατηρείται εδώ και πολλές δεκαετίες, η εμπορική εκμετάλλευση της λεγόμενης έθνικ μουσικής αποτέλεσε ένα καλό πολιτιστικό άλλοθι για τη διεθνή μουσική βιομηχανία, παρόλα αυτά.
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, μουσικά ιδιώματα κυρίως από τη Λατινική Αμερική, όπως η salsa και η samba, επίσης η calypso, η παραδοσιακή δηλαδή μουσική των νησιών Τρίνινταντ και Τομπάγκο, η rumba, η αμερικάνικη country, η jazz, η ska, η reggae, τα blues, ακόμα τα fados της Πορτογαλλίας και τόσα άλλα, αναδύθηκαν μέσα από το παγκόσμιο πολιτιστικό χωνευτήρι κι έγιναν δημοφιλή, μερικά δε απέκτησαν και μια ουκεμενικότητα. Όσο πιο ρυθμική και χορευτική η έθνικ μουσική τόσο πιο εύληπτη και εύπεπτη από τα δυτικά μουσικά στομάχια ήταν και είναι.
Τα τελευταία όμως χρόνια παρατηρήθηκε μια στροφή σε μουσικές λιγότερο εύπεπτες και εύληπτες από το Δυτικό κόσμο. Μουσικές κυρίως από την Αφρική αλλά και την Ασία, οι οποίες κέντρισαν το ενδιαφέρον του παγκόσμιου μουσικόφιλου κοινού (αρχικά από περιέργεια), αλλά και της δυτικής μουσικής βιομηχανίας.
Τι ήταν αυτό όμως που έκανε το κοινό της Δύσης να αποδεχτεί και να αγκαλιάσει την μουσική ethnic; Ήταν απλά μια συστηματική προσπάθεια των δισκογραφικών εταιρείων και της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας να επιβάλλουν μια καινούργια μουσική τάση, εκμεταλλευόμενοι ένα παρθένο μουσικό έδαφος; Και πως ήταν δυνατόν να γίνουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμες αλλά και αποδεκτές από το ευρύ κοινό μουσικές οι οποίες αφομοιώνουν τόσο ετερόκλητα στοιχεία αυτόχθονων πολιτιστικών παραδόσεων αλλά και στοιχεία που “μετανάστευσαν” και παντρεύτηκαν με τις πολιτιστικές παραδόσεις του τόπου υποδοχής, δημιουργώντας μια fusion μουσική αίσθηση;
Μοιάζει κάπως αφελές να υποστηρίζει κανείς ότι η ευρεία διάδοση της world music ήταν απλά ένα νέο καπρίτσιο της μουσικής βιομηχανίας, μια προσπάθεια για νέες πηγές κέρδους, μια σίγουρη επένδυση χωρίς μεγάλο κόστος.
Το κοινό της Δύσης αγκάλιασε την ethnic μουσική γιατί αυτή δίνει απαντήσεις στην διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου και δη του του κορεσμένου από υλικά αγαθά, να επιστρέψει στις ρίζες του, να αναζητήσει απαντήσεις στη μήτρα της ζωής, να αναβαπτισθεί σε μια νέα κολυμβήθρα του Σιλωάμ, να νιώσει οικουμενικός.
Ήταν πλέον εύκολο να γίνουν αποδεκτοί και να αγαπηθούν καλλιτέχνες από χώρες σχεδόν άγνωστες στον πολύ κόσμο, όπως το Μπένιν, το Τόγκο, η Γκάμπια, η Μπουρκίνα Φάσο, να γίνουν γνωστοί μουσικοί όπως ο Salif Keita και ο Mory Kante από το Μάλι, ο Yousou N΄Dour και ο Baaba Maal από την Σενεγάλη, η Cesaria Evora και ο Teofilo Chantre από το Cabo Verde, το Πράσινο Ακρωτήρι δηλαδή, ο Khaled, ο Ismael Lo κι ο περίφημος Rachid Taha από την Αλγερία, η Angelique Kidjo από το Μπένιν, ο Ali Khan από το Πακιστάν, η Ofra Haza από το Ισραήλ, η Natasha Atlas με αιγυπτιακές ρίζες, οι Huun Huur Tu από την Τούβα της Ρωσίας και κάποιοι άλλοι λιγότερο “εξωτικοί” για τα δυτικά γούστα, όπως η Dulce Pontes από την Πορτογαλλία (η Αμάλια Ροντρίγκεζ είχε ήδη προλειάνει το έδαφος για την γνωριμία με τα fados), ο Goran Bregovic από την πρώην Γιουγκοσλαβία, ο Ara Dinkjan ο θαυμάσιος Αμερικανοαρμένιος μουσικός, γνωστός στην Ελλάδα κυρίως από τις συνεργασίες του με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, οι “δικοί μας” Haig Yazdjian, Ντέιβιντ Λιντς και τόσοι άλλοι...
Μάθαμε για τη μουσική της Τούβα, μια περιοχή μεταξύ της Νότιας Σιβηρίας και της Μογγολίας και τη σαμάνικη μουσική παράδοση, εκπλαγήκαμε όταν ακούσαμε τους λαρυγγισμούς τους, μια τεχνική την οποία χρησιμοποιούν μόνον οι άντρες τραγουδιστές της περιοχής βγάζοντας ακόμα και τρεις φωνές στον ίδιο χρόνο, δημιουργώντας έτσι έναν μοναδικό ήχο με την αριστοτεχνική χρησιμοποίηση των φωνητικών χορδών, των πνευμόνων, του διαφράγματος και της σπονδυλική στήλης, ακούσαμε μουσικές από την υποσαχάρια Αφρική, το Αφγανιστάν, τη Μογγολία, την Ινδία, τη Μέση Ανατολή (οι μυθικές Um Kulthum και Fairuz παραμένουν πάντως οι πιο γνωστές μορφές της μουσικής των χωρών της Μέσης Ανατολής), αφουγκραστήκαμε τον πόνο αλλά και τη χαρά που κρύβουν τα λόγια τους, ακόμα κι αν δε τα καταλαβαίνουμε, χορέψαμε νοερά με τους κρεολούς τους Καραϊβικής, πονέσαμε με τις μουλάτες που δουλεύουν όλη μέρα στις φυτείες ζαχαροκάλαμου, για τα καραβάνια με τις καμήλες της ερήμου, για τους νομάδες Τουαρέγκ, για τον καθημερινό αγώνα των φτωχών ανθρώπων, για τον πόνο της αγάπης, τη μοναξιά...
Μάθαμε τα ονόματα διαφόρων μουσικών ιδιωμάτων, όπως η πασίγνωστη πλέον Morna του Cabo Verde, η Khomei της Τούβα (αναγνωρίζουμε πλέον αυτή την ιδίοτυπη μουσική από ελληνική τηλεοπτική διαφήμιση), οι αφρικανικές wolof, ngoma, juju και τόσες άλλες.
Ταξιδέψαμε μαζί τους σε στέπες, στην άγρια σαβάνα, πλατσουρίσαμε στα λασπωμένα νερά του Νίγηρα, καθήσαμε παρέα στα βρώμικα μπαρ των λιμανιών περιμένοντας τα πλοία να φορτώσουν μπανάνες και καπνό, σκουπίσαμε από πάνω μας τη σκόνη της ερήμου, δροσιστήκαμε με το νερό των πηγών, αφουγκραστήκαμε τον ήχο της θάλασσας, κρυφτήκαμε ανάμεσα στα παζάρια της Ανατολής πίνοντας τσάι και ρουφώντας ναργιλέ.
Μαζί με όλα αυτά ανακαλύψαμε ξανά δικούς μας μουσικούς δρόμους, τα χάλκινα της Δυτικής Μακεδονίας, τον δικό μας Βαλκανικό ήχο, ξαναθυμηθήκαμε την πάντα εξαιρετική από τα χρόνια του Χατζιδάκι κιόλας, Σαββίνα Γιαννάτου και τη σεφαραδίτικη μουσική, τον Πετρο-Λούκα Χαλκιά, συγκινηθήκαμε, κάναμε ένα ταξίδι στο χρόνο, στο χώρο, βουτήξαμε στις πηγές της ζωής, καταναλώσαμε μέσα μας αιώνες πολιτιστικής παράδοσης, νιώσαμε την ψυχή μας να ταξιδεύει και να ενώνεται με ανθρώπους από μέρη μακρινά, νοσταλγήσαμε πράγματα τα οποία δεν έχουμε ζήσει αλλά που είναι καταγεγραμμένα εδώ και εκατομμύρια χρόνια στο DNA μας, πετάξαμε με τη δύναμη του μυαλού στα πέρατα του ορίζοντα συνεπαρμένοι από τη ζωογόνα ορμή της μουσικής, καθώς μόνο με αυτή μπορούμε τελικά να πραγματοποιήσουμε τα ομορφότερα ταξίδια... ακόμα κι από τον καναπέ του σαλονιού μας.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2005

Καλώς τον




















Ήρθε ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα 'χει χάσει
και παλτουδιά καινούργια τρέχει ν' αγοράσει
μα το δικό μου κι αν επάλιωσε παλτό
φράγκο δε δίνω κι ούτε νοιάζομαι γι' αυτό

Κι αν ο καθένας τουρτουρίζει από το κρύο
θα την περνώ στην αγκαλιά σου μεγαλείο
κι όταν το τζάκι μένει σπίτι μας σβηστό
θα με θερμαίνει το φιλί σου το ζεστό

Κι αν δεν ανάβουμε κουκλίτσα μου μαγκάλι
θα 'μαι ζεστός μες στη δική σου την αγκάλη
το πιο θερμό καλοριφέρ ειν' τα φιλιά
σαν θα κοιμόμαστε κουκλίτσα μου αγκαλιά

Κι έτσι δε θα 'χουμε ανάγκη κι από φώτα
θα την περνάμε μια χαρά ζωή και κότα
και θα κοιμόμαστε κι οι δυο απ' τις εννιά
να μη μας πιάνει ξεροβόρι ή παγωνιά


...μη το συζητάτε...
...δοκιμασμένα πράγματα !!!

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2005

Παραμυθιών συνέχεια...Ιούλιος Βερν



100 χρόνια από τον θάνατο του σημαντικότερου εκπροσώπου της επιστημονικής φαντασίας, του Ιουλίου Βερν.

...κι αν με τον Δον Κιχώτη φαντασιονόμαστε αναμετρήσεις με ανεμόμυλους, πρόβατα και κόρες πανδοχέων, με τους ήρωες του Ιουλίου Βερν, ταξιδεύουμε από τη Γη στη Σελήνη, φτάνουμε μέχρι το Κέντρο της Γης, καταδυόμαστε 20 χιλιάδες Λεύγες κάτω από τη Θάλασσα, ξοδεύουμε Πέντε εβδομάδες σε Αερόστατο, ανακαλύπτουμε τη Μυστηριώδη Νήσο και κάνουμε τον Γύρο του Κόσμου σε μόλις 80 ημέρες...

...και μπορεί στα βάθη των ωκεανών να μην κατάφερε να βρει τη χαμένη Ατλαντίδα, τον Ναυτίλο και τα πλούτη του μυθικού υποβρυχίου, αρκεί όμως που με μοναδικό μέσο μιαν αστείρευτη φαντασία, συνεχίζει να μας εκτοξεύει, προσπερνώντας απροσπέλαστα εμπόδια και πάντα με οδηγό το πνεύμα ελευθερίας, σε εκείνη την πάντοτε ανεξερεύνητη ονειροχώρα, εκεί όπου ο Μιχαήλ Στρογκώφ ακόμη ζει, ο Πασπαρτού και ο Φιλέας Φογκ μας ταξιδεύουν, εκεί όπου ο Κάπταιν Νέμο συνεχίζει να υποστηρίζει τους φτωχούς και τους αδυνάτους...

...τον Ιούλιο Βερν δεν τον άφησα ποτέ...
...κι αν κάποτε με τα παραμύθια μάλωσα, τελικά ποτέ μου δε μεγάλωσα...

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2005

Δον Κιχώτης



1605 – 2005…
...400 χρόνια Δον Κιχώτης...

Φιλόσοφος; επαναστάτης; αθεράπευτα αιθεροβάμων;
...ή ένας ρομαντικός τρελός;

...ψάχνοντας την απάντηση, κάποιοι θα συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τις ερωτικές του εξομολογήσεις στην αγαπημένη του Δουλτσινέα, να φιλοσοφούμε ακατάπαυστα μαζί του, πάντα συντροφιά με τον αφοσιωμένο του ιπποκόμο Σάντσο Πάντσα και το γαϊδουράκι του, να καλπάζουμε αγέροχα πάνω στον Ροθινάντε, φορώντας πότε μια σκουριασμένη περικεφαλαία και πότε μια ονειροπόλα φαντασία και στο τέλος να βουλιάζουμε αργά μέσα στην πλάνη και στην αυταπάτη ότι κάποτε κι εμείς καταφέραμε να αναμετρηθούμε έστω και για μια φορά με έναν ανεμόμυλο...

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2005

Istanbul - Ορχάν Παμούκ





















“...γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο.
Ναι, βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά”.

Ορχάν Παμούκ, Τούρκος συγγραφέας, υποψήφιος φέτος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

“Istanbul. Πόλη και αναμνήσεις”, το τελευταίο του βιβλίο.
Η Πόλη ξανασυστήνεται...
...ένας περίπατος στα λιθόστρωτα σοκάκια και στους μαχαλάδες της, μια περιήγηση στα “γιαλί”, τα υπό εξαφάνιση ξύλινα αρχοντικά της, στα κονάκια των πασάδων, στους βρώμικους δρόμους της, στα πλοία που διασχίζουν το Βόσπορο, μια ακροβασία ανάμεσα στην ιστορία και την καθημερινότητά της.

Το διάβασα πρόσφατα. Δεν ξέρεις που να το κατατάξεις.
Δοκίμιο; Προσωπικό Ημερολόγιο; Μυθιστόρημα; Οδηγός Πόλης; Ιστορικό διήγημα; Πραγματεία; Τίποτα από όλα αυτά αλλά κι όλα αυτά μαζί στις κατάλληλες δόσεις.
Η Πόλη αλλάζει, διαμορφώνεται μαζί με την ίδια τη ζωή του συγγραφέα.
Μια γραφή “έντιμη”. Δεν προσπαθεί να διαφημίσει την πόλη, να την ωραιοποιήσει, απλά προβάλλει καθημερινά στιγμιότυπα ζωής τα οποία συνθέτουν την καθημερινότητά της.
Μια γραφή μελαγχολική, διαχειρίζεται με τρυφερότητα την απώλεια της φυσιογνωμίας της, τη θλίψη μιας αυτοκρατορίας που βούλιαξε, την προσπάθεια του γρήγορου εκδυτικισμού της και την αλλαγή του ψυχισμού της ίδιας, των ανθρώπων της καθώς και του ίδιου του συγγραφέα.
Δε διολισθαίνει στην αφέλεια και στην παιδικότητα που απορρέουν από τη νοσταλγία του παλιού μεγαλείου, δεν προσπαθεί να προσαρμοστεί στα τουριστικά γούστα ενός Δυτικού αναγνώστη, δεν περιέχει τίποτα το εξωτικό, το οριεντάλ, λατρεύει την μελαγχολία της κι εκείνη την ασπρόμαυρη αίσθηση που κρύβει μέσα της μια ευδιάκριτα θλιμμένη γοητεία.
Ένα ασπρόμαυρο άλμπουμ με φωτογραφίες, μια μυρωδιά υγρασίας, μούχλας και ξύλου καθώς τριπώνουμε στα ξεφτισμένα ξύλινα αρχοντικά της.
Η αφήγηση βελούδινη, τρυφερή και γλυκιά, ίδια με την αίσθηση που αφήνουν τα πλοία που περνούν το Βόσπορο μια συνεφιασμένη χειμωνιάτικη μέρα λίγο πριν την άνοιξη...

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2005

Liberté, egalité, fraternité
















Liberté, egalité, fraternité
Ελευθερία, Ισότητα, Αδερφοσύνη.
Ουτοπία;
Μέχρι να δωθεί απάντηση στο ερώτημα, οι απανταχού clochard θα περνούν βιαστικά μπροστά από τις απαστράπτουσες βιτρίνες των καταστημάτων και θα χάνονται σα σκιές στις σκοτεινές πλευρές των δρόμων.
Ne me quitte pas...μη με εγκαταλείπεις, θα σπαράζουν...
...ανάμεσά τους, η Εντίθ Πιάφ με ένα τσιγάρο στην άκρη των χειλών της και μια καύτρα τρεμόσβιστη θα ψιθυρίζει “Les Amants de Teruel” του Θεοδωράκη...
…όμορφη πόλη, φωνές, μουσικές, απέραντοι δρόμοι, κλεμμένες ματιές...
...κι εμείς, οι απανταχού βολεμένοι θα κουνάμε το κεφάλι άλλοτε με συμπάθεια κι άλλοτε με περιφρόνηση περιμένοντας το επόμενο διάλειμμα για διαφημίσεις...

...η νύχτα έπεσε, οι δρόμοι χαθήκαν...
...τουλάχιστον το ζάπινγκ είναι μια λύση...

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2005

Αναστενάρισσα Καρδιά vs Σικλαμέν Τραχανά



Και τα έλεγα εγώ στη φίλη μου τη Magica.
Εσύ, μια comme il faut κόρη, τι δουλειά έχεις με τον Tzara;
Ποιά είναι η Magica;
Ελάτε τώρα...Η Magica είναι η γνωστή Magica de Spell από το γνωστό, αδελφό blog http://volcaniccooking.blogspot.com/.
Και λέω αδελφό blog γιατί έχουμε πλέον αδελφοποιηθεί όπως οι πόλεις.
Βέβαια, εδώ είναι σαν να αδελφοποιείς τη Νέα Υόρκη με το Κάτω Κακοσάλεσι, αλλά τι να κάνουμε, ο καθείς πορεύεται με ότι έχει.
Εκείνο βλέπετε είναι ένα διάσημο blog, ενώ τούτο εδώ είναι ένα ταπεινό χαμομηλάκι, το οποίο ξεκίνησε να γίνει Βερολινέζικο καμπαρέ περιωπής, αλλά σιγά σιγά μετατρέπεται σε κωλόμπαρο του κερατά, ξεχασμένο σε λασπωμένο επαρχιακό δρόμο, πιο δίπλα το βουλκανιζατέρ “Ο Στελάρας”. Εκείνο έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, τούτο εδώ πνέει τα λοίσθια, όπου να ΄ναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου του έρχεται με συστημένο.
Κρύωσε λοιπόν η Magica κι έπιασε το καπνιστό ουισκάκυ να ζεσταθεί.
Καλά, αυτό της το κουσούρι το ήξερα από καιρό (αχ, βρε Magica, ένα προφίλ πας να φτιάξεις κι εσύ δόλια κι έρχεται ένα παλιο-αρμυρίκι να σου το καταστρέψει).
Αμ το άλλο το κουσούρι, που να το φανταστώ;
Μαζί με το κρύωμα έπιασε λέει και τα πάρε δώσε με τον Tzara.
Αμ εσύ δεν είχες απλά πυρετό καλή μου, ένα στάδιο πριν την πενικιλίνη βρίσκεσαι.
Δεν λέω, κι εγώ κατρακυλώ κατά καιρούς αλλά έρχεται μια φωνή και με επαναφέρει.
Να, όπως πριν από λίγες μέρες που πέρασα κι εγώ τα ίδια και το είχα ρίξει στον Βέλτσο και στο τραχανά.
Ήμουνα βλέπετε σε παραλήρημα λόγω υψηλού πυρετού.
Ασθενής και οδοιπόρος όμως αμαρτίαν ουκ έχει.
Πέρα από τον Βέλτσο, έπρεπε να επιβάλλω και τον κόκκινο τραχανά μου. Σκοτωμός στο σπίτι.
Εμφύλιος. Εγώ τον θέλω κόκκινο, όχι εγώ τον θέλω άσπρο, κρατάει χρόνια αυτός ο καυγάς.
Τελικά εγώ είμαι ο άντρας του σπιτιού και για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα, πέρασε το δικό μου.
Δεν ξέρω όμως τι έκανα κι ο τραχανάς από κόκκινος μου βγήκε σικλαμέν.
Το ίδιο βράδυ κι ενώ ο πυρετός μου ανηφόριζε με την ίδια ταχύτητα που κατρακυλάει η οικονομική - κι όχι μόνο - κατάσταση αυτού του τόπου, έσκασε το τηλέφωνο.
“Εχουμε κλείσει τραπέζι στου Βέρτη, έρχεσαι;”
Τσακίστηκα. Στο διάολο η οικονομική κρίση, στο διάολο κι η τιτλοποίηση.
Πετάω τον Βέλτσο, φτύνω το σικλαμέν τραχανά, αρπάζω το έτερον ήμισυ - άλλο που δεν ήθελε - και χαλάλι το μποτιλιάρισμα στην παραλιακή, με τα γόνατα να ανέβαινα στην Παναγιά της Τήνου λιγότερη ώρα θα έκανα.
Τους βρήκα όλους σε μεγάλα κέφια.
Βρήκαμε και καλό τραπέζι - ξέρετε τώρα πως - και σε λίγο άρχισε το γλέντι.
“Πες το μου ξανά ότι μ’αγαπάς κι αγκαλιά στ’αστέρια να με πας, πάθος μου γλυκό με ένα σου φιλί, η καρδιά να σπάσει σα γυαλί …”
Εκεί να δεις ο πυρετός έφτασε στο 42. Μπροστά μου μια ιδρωμένη νεαρά, εκ πάγλου καλλονής, με μια see through φουστίτσα κολλημένη πάνω στους καλλίγραμμους γλουτούς της, “έκοβε χαλβά”, έψαχνα κι εγώ να δω τι εσώρουχο φοράει, άλλα μάλλον στη βασύνη της να έρθει στο...ναό, είχε μπερδέψει το string με το οδοντικό νήμα.
“…τώρα που μιλούν μόνο οι καρδιές από μένα ζήτα ότι θες…”
Τι να ζητήσω κούκλα μου, συνοδεύομαι.
Να, μόνο πάνω στα τραπέζια θέλω να λικνίσω το κορμί μου...αρωγός ο καλλιτέχνης που υποφέρει κι αυτός στην πίστα όπως κι η νεαρά μπροστά μου που την εμποδίζει το οδοντικό νήμα να “δημιουργήσει”, τα μάτια μου κόκκινα από την κάπνα κι όχι μόνο, σαν τον Κρίστοφερ Λη σε δρακουλίστικη ταινία και να τα γαρύφαλλα να πέφτουν βροχή…
“… Κέρνα μια φωτιά, δως μου αφορμή, να μας ταξιδέψει το κορμί...”
Κορμί; Κορμιά ! Κορμιά ημίγυμνα, λάγνα, πουκάμισα ανοιχτά να φαίνεται πότε η φωτόλυση και πότε το δασύτριχο το στήθος το αντρίκιο, αβυσσαλέα ντεκολτέ, γραμμωτές κι αγράμμωτες κοιλιές, σκουλαρίκια στον αφαλό, χαμηλοκάβαλα παντελόνια να φτάνουν μέχρι την ήβη, φόρα παρτίδα οιστρογόνα και τεστοστερόνες.
Τα πυρομαχικά εξοστρακίζονταν παντού, ένα με βρήκε στο μάτι, δύο στο στόμα, άλλα δύο στο στομάχι, ένα στον αριστερό γλουτό κι αν μέτρησα σωστά 3 με 4 στο κέντρο της βουβωνικής μου χώρας. Το πρωί βρήκα κομματάκια από γαρύφαλλα μέχρι και μέσα στο εφαρμοστό, λευκό μου μποξεράκι.
Κάποια στιγμή είπα να συμμαζευτώ, ο καλλιτέχνης όμως δε με άφηνε σε ησυχία...
“...να μην ξημερώσει η νύχτα αυτή κι αγκαλιά η μέρα να μας βρει...”
Μωρέ μη σώσει και ξημερώσει.
Κάποια στιγμή - κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ο ήλιος - βρεθήκαμε όλοι αγκαλιά, γυναίκες, άντρες, ντυμμένοι, ημίγυμνοι, ζαλισμένοι, νηφάλιοι, όλοι ένα κουβάρι και η νεαρά με το...νήμα μαζί.
Το πρωί ήμουνα περδίκι. 36.6 απύρετος.

Αχ βρε αναστενάρισσα καρδιά...Βέρτη ήθελες κι εγώ που νόμιζα ότι με κουλτούρα και τραχανά θα έστρωνες;

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2005

Πωλήσεις



Έχουμε αναρωτηθεί τι μας κουράζει να ακούμε όλο και περισσότερο;
Μήπως ότι ακούμε καθημερινά εκφράσεις χιλιο-ειπωμένες, εκφράσεις κλισέ, λόγια τόσο κοινότυπα και κενά που λέγονται για να λέγονται απλά για να συμπληρώσουν μια κουβέντα, να φτιάξουν μια φράση, να καλύψουν ένα κενό;
Πόσες συζητήσεις γίνονται καθημερινά και πόσα λόγια καταναλώνονται χωρίς ουσιαστικά κανένα νόημα, κανένα σκοπό, καμιά συνέχεια, απλά κουβέντες για να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των ανθρώπων ή για να το διευρύνουν.
Το μεγαλύτερο μέρος του καθημερινού μας λόγου αποτελείται από κωδικοποιημένες εκφράσεις, από κλισέ λόγια, από ημιτελείς κουβέντες...εύκολα αντιλαμβάνεσαι τη συνέχειά τους και το νόημα που κρύβουν, αν κρύβουν, πριν καλά καλά διατυπωθούν.
Μιλάμε με κώδικες, απλά συνεννοούμαστε, δε κουβεντιάζουμε, ο καθένας διατυπώνει τον δικό του λόγο, την δική του άποψη, γεμίσαμε από απόψεις, από γνώμες, από στείρες κουβέντες...ένας διαρκής θόρυβος...ο πληθωρισμός του λόγου έχει ανέβει σε πολύ υψηλά επίπεδα...ζούμε μια ζωή πληθωριστική, καταναλώνουμε αφιδώς το λόγο, μιλάμε για να μιλάμε, ίσως και για να μην ξεχάσουμε τη γλώσσα μας, η οποία περιορίζεται πλέον σε μερικές αράδες κωδικοποιημένες λέξεις.
Ανάμεσα στους κώδικες αραδιάζουμε και μερικές εξυπνακίστικες, χαριτωμένες ρητορίες, έτσι για να σπάσει η μονοτονία, κάτι που διαβάσαμε, κάτι που μας έκανε εντύπωση, κάτι που θα το πούμε και θα εντυπωσιάσουμε την παρέα.
Μέρος ενός παιχνιδιού είναι κι αυτό...μέρος του κώδικα επικοινωνίας.
Πλήνθοι κέραμοι ατάκτως ερρειμένοι...
Όλοι έχουμε μάθει την αξία του λόγου, λίγοι όμως αντιλαμβάνονται την αξία της σιωπής, μιας σιωπής η οποία λέει τόσα πολλά, μια παύση ισοδυναμεί με χίλιες κουβέντες...
Σιωπή...ποιά σιωπή;
Ποιός μπορεί να σωπάσει;
Ακόμα κι αν θες δε μπορείς...μίλα...μίλα...μίλα...
Μίλα για να πουλήσεις. Όλα στη ζωή πωλούνται και αγοράζονται, πως θα πουλήσεις αν δε μιλήσεις;
Να πουλήσεις όμως τι;
Μα τον εαυτό σου ασφαλώς...υπάρχει καλύτερο εμπόρευμα από αυτό;
Πίσω λοιπόν από την τόσο κουραστική ρουτίνα των κλισέ και των χιλιο-ειπωμένων λόγων κρύβεται η ανάγκη μας να ξεπουλήσουμε το εμπόρευμα, να διαλαλίσουμε την καλή πραμάτεια...
Τι να την κάνεις τη σιωπή, αυτή δεν πουλάει τίποτα, το μαγαζί δεν θέλει στοκ, θέλει γρήγορες πωλήσεις, κέρδη, πολλά κέρδη, κέρδη καθημερινά...

Εδώ ο καλός εαυτός...εδώ η καλή πραμάτεια...κάνουμε και εκπτώσεις...κυρίως εκπτώσεις, μεγάλες εκπτώσεις, έχουμε εκπτώσεις όλο το χρόνο, τα δίνουμε όλα και κάτω του κόστους...φτάνει να πουλήσουμε, μόνο να πουλήσουμε...

Αυτό ήταν, ξεπούλησα και σήμερα...