Κυριακή 28 Μαΐου 2006

Σε βλέπω!

- Δεν θα κοιμηθείς ακόμα;
- Είναι ωραία τέτοια ώρα στο μπαλκόνι, έλα.
- Τον βλέπεις αυτόν στην απέναντι πολυκατοικία, στον 1ο ;
- Ναι, γιατί;
- Τον πέτυχα χτες στο super market, είχε φορτώσει ένα καρότσι πράγματα και μόλις είδε στο ταμείο ότι δε του έφταναν τα χρήματα, άρχισε να αφαιρεί συσκευασίες.
- Και που είναι το περίεργο;
- Πουθενά, αλλά να, μου έκανε εντύπωση, να σκεφτείς άφησε το γάλα και κράτησε τα προφυλακτικά.
- Εσείς οι άντρες ώρες ώρες δεν έχετε το Θεό σας!
- Τελευταία όλο γλύκες τον βλέπω με τη συγκάτοικό του, αλλά κι αυτοί του 2ου μόνο που δεν το έχουν κάνει ακόμα στο μπαλκόνι.
- Δεν ξέρω αν το έχουν κάνει ακόμα στο μπαλκόνι, αλλά εγώ βλέπω στο διπλανό διαμέρισμα, αυτή τη δόλια τη γυναίκα, δεν έχει βαρεθεί πια να βρίσκεται μονίμως πάνω από την ηλεκτρική κουζίνα; βέβαια τόσα στόματα που να τα προλάβει όλα.
- Στον 3ο, απέναντι, πόση ώρα παίζουν πια τάβλι; τα πούλια ακούγονται μέχρι εδώ.
- Ναι τους βλέπω, έχουν βάλει και μια αιώρα στο μπαλκόνι, απέναντι από την μεταλλική ντουλάπα, τη στερέωσαν στα κάγκελα, δίπλα στην απλώστρα με τη μπουγάδα.
- Τους θυμάσαι πέρσι το καλοκαίρι που ξεσήκωσαν τον κόσμο με τον καυγά τους;
- Αν τους θυμάμαι λέει, τους φώναξε η διπλανή να σταματήσουν, είχε τον άντρα της άρρωστο η καημένη, θυμάσαι; Ο ταλαίπωρος, έκανε τότε χημειοθεραπείες…ήταν πολύ καταπονημένος. Αχ, την βλέπεις; τώρα πια κάθεται στο μπαλκόνι μόνη της. Βυθίστηκε στα μαύρα…μόνη και σκεπτική…
- Την είδα τις προάλλες στην τράπεζα, με χαιρέτησε ευγενικά, δεν ξέρω γιατί, ίσως να με είχε δει στην κηδεία, δεν την ήξερα, αλλά την πόνεσα όταν το έμαθα, άσπρισε η καημένη, πριν από μέρες έμαθα είχε έρθει και η κόρη της από το εξωτερικό, έφυγε όμως γρήγορα, τώρα είναι μόνη ξανά.
- Για στάσου, ε δεν το πιστεύω, τον βλέπεις αυτόν στον 2ο όροφο;
- Ποιόν;
- Αυτόν στον 2ο, στο πρώτο διαμέρισμα από τα δεξιά, εκείνο που βλέπει στην πλατεία. Αυτός να μου το θυμηθείς ότι το κάνει τελικά επίτηδες. Ανάβει όλα τα φώτα και κυκλοφορεί γυμνός.
- Και που είναι το περίεργο; Εσύ δε το κάνεις;
- Ναι αλλά εγώ το κάνω όταν βγαίνω από το μπάνιο και δεν ανάβω τα φώτα να με πάρουν όλοι μάτι.
- Λεπτομέρειες!
- Η γυναίκα του θηλάζει το μωρό, τι όμορφα, το βλέπεις; κι αυτός ντύθηκε επιτέλους, έβαλε τουλάχιστον ένα εμπριμέ μποξεράκι…ναι, ναι, αν μη τι άλλο ευπρεπίστηκε…μα τι στο καλό κρατάει στα χέρια του;
- Πιάτο νομίζω είναι, δεν βλέπω καλά, έχουν μόνο ένα κερί αναμμένο στο μπαλκόνι.
- Ναι, πιάτο είναι, το είδα. Φασολάκια τρώει.
- Θα με τρελάνεις; εγώ βλέπω μπάμιες.
- Φασολάκια!
- Μπάμιες!
- Φασολάκια!
- Μπάμιες! Ας μη συγχυστώ βραδιάτικα, θες λίγα μακαρόνια με κιμά ακόμα αγάπη μου;
- Μπα, είναι βράδυ θα με βαρύνουν, έφαγα αρκετά.
- Άναψε ακόμα ένα κερί, είναι ωραία τα καλοκαιρινά βράδια στο μπαλκόνι με τα κεριά αναμμένα.
- Λες να μας παρατηρούν από απέναντι; κατέβασε περισσότερο την τέντα.
- Έλα μωρέ, σ΄ εμάς είχαν όλη τους την έννοια.
- Εγώ έχω την εντύπωση όμως ότι μας παρατηρούν από τον 4ο όροφο, στη διπλανή πολυκατοικία.
- Ποια; Αυτή με το καυτό σορτσάκι που κάθεται στη σεζ λόνγκ και καπνίζει;
- Ναι, αυτή αγάπη μου, βάλε μια μπλούζα επιτέλους λατρεία μου και μη κάθεσαι μόνο με το μπόξερ, έχει υγρασία.
- Δε χρειάζεται, θα πέσω για ύπνο, νύσταξα.
- Εγώ λέω να κάτσω λίγο, άρχισα ένα καινούργιο βιβλίο και με έχει απορροφήσει.
- Είναι αργά, μη κάτσεις πολύ…τα φώτα σβήνουν στην απέναντι πολυκατοικία, σβήνουν και στη διπλανή, η κυρία με τα μαύρα μόλις έκλεισε την μπαλκονόπορτα, σταμάτησαν κι αυτοί με το τάβλι, όλα είναι τόσο ήσυχα αυτή τη στιγμή.
- Ναι είναι ήσυχα, άλλωστε το σκουπιδιάρικο έχει ακόμα λίγα λεπτά για να περάσει. Κατέβασες αγάπη μου τα σκουπίδια;
- Αμάν το ξέχασα! Τρέχω!
- Καλησπέρα, κι απόψε εδώ;
- Ναι, ναι, άφησα τα φασολάκια μου στη μέση να προλάβω το σκουπιδιάρικο.
- Αχά, φασολάκια τρώγατε λοιπόν!
- Ναι, ναι, φασολάκια, τα έφτιαξε η γυναίκα μου το πρωί, αλλά κι εσείς νομίζω αφήσατε το φαγητό σας στη μέση, έτσι δεν είναι;
- Ξέρετε…
- Και της το ΄πα της ευλογημένης, φτιάξε μου κι εμένα λίγα μακαρόνια με κιμά όπως οι απέναντι, αλλά που εκείνη, μου φωνάζει συνέχεια ότι πάχυνα.
- Ε, ξέρετε…
- Πάντως η γυναίκα μου έχει να το λέει, πολύ αγαπημένο είναι το ζευγάρι του 3ου, σας παρατηρούμε κάθε βράδυ, χάρμα είστε!
- Ευχαρ…
- Να σκεφτείτε το ίδιο μου έλεγε και η κυρία Ελένη, ξέρετε η διπλανή μας, η χήρα.
- Ναι, ναι, η κυρία Ελένη, βεβαίως…
- Σας πιάνει όμως κι εσάς πολύ η ζέστη, έτσι δεν είναι;
- Με πιάνει η ρημάδα, με πιάνει πολύ.
- Σας είδα με το μποξεράκι και το ΄πα στη γυναίκα μου που μου φωνάζει συνέχεια. Τον βλέπεις Μαίρη τον άνθρωπο; Ζεσταίνεται ο χριστιανός, τι να κάνει κι αυτός;
- Δίκιο έχετε, όπως τα λέτε είναι, να σας ρωτήσω όμως κάτι;

- Βεβαίως...
- Θα κατέβουν κι άλλοι από την πολυκατοικία σας για τα σκουπίδια;

Πέμπτη 25 Μαΐου 2006

Αγγούρια

Μπαλκόνι, απομεσήμερο, καύσωνας, καλή παρέα, ντομάτα κομμένη στα τέσσερα, ελιές, ουζάκι, χταποδάκι.

Αγγούρια!

Αγγούρια μεγάλα, αγγούρια μικρά, αγγούρια μεσαία, αγγούρια χοντρά, αγγούρια λεπτά, αγγούρια σκούρα, αγγούρια ξανθά, αγγούρια ίσια, αγγούρια στραβά, αγγούρια λεία, αγγούρια με εξογκώματα, αγγούρια τσάγαλα, αγγούρια κομμένα μακρόστενα, αγγούρια κομμένα σε φέτες, αγγούρια κομμένα διαγώνια, αγγούρια Καλυβιώτικα…

...ε αγγούρια τέλος πάντων!

Αλάτι, έξτρα παρθένο ελαιόλαδο (από την Ηλεία βεβαίως), λίγη ρίγανη...


Αγγουροσαλάτα!

…γιατί ως γνωστόν:


Άλλοι το τρώνε και ζορίζονται κι άλλοι το τρώνε και δροσίζονται!

Τετάρτη 24 Μαΐου 2006

...μ΄αγιόκλημα και γιασεμιά...

…είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
μες τα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν
που δεν θα ξαναρθούν
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…

…κάπως έτσι εξαφανίστηκαν τα ανοιξιάτικα αρώματα από την πρωτεύουσα…
…νωρίς το πρωί το αγιόκλημα να μοσχοβολάει και να συναγωνίζεται σε άρωμα το γιασεμί…

…πόσα σπίτια στην Αθήνα έχουν πλέον αγιόκλημα και γιασεμί στους κήπους τους;
..πόσοι πλέον γνωρίζουν το φίνο, μεθυστικό άρωμα τους;

Πέμπτη 18 Μαΐου 2006

Καρπούζι!

All time classic:

1. Γουρνοπούλα και ουχί γουρουνοπούλα ανήμερα τον 15Αύγουστο έξω από το μοναστήρι της Σκαφιδιάς, η τσίκνα μέχρι τη Ζάκυνθο!
Κομμένη σαγιονάρα, βερμούδα και T-shirt.
Καρπούζι!


2. Κεντρική Πλατεία του Πύργου, Νυφοπάζαρο. Πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω την πλατεία μέχρι το ρημαγμένο Επαρχείο.

Τα…ψηλοτάκουνα λιώνουν!
Πουκάμισο, παντελόνι λινό, άρωμα Salvatore Ferragamo…μμμμ
Καρπούζι!

3. Μπάνιο στην παραλία της Σκαφιδιάς (τη μικρή εννοείται) εφτά νομά σε ένα δωμά, σαγιονάρες, κεφτεδάκια, ο Κωστάκης με το αυγό στο στόμα και η θεία Κούλα με το τάπερ στο χέρι, συνωστισμός στη θάλασσα, πάρε το χέρι σου να βάλω το πόδι μου.
Μόνο μαγιώ!
Καρπούζι!

4. Κατάκωλο για ψαράκι, να «μοσχοβολά» το λιμάνι με τον νοτιά και η υγρασία να σου κολλάει το ανάλαφρο παρεό σου πάνω στο μαυρισμένο και αλατισμένο σου κορμί.
Ιδρώτας, αρμύρα και έγκαυμα!
Καρπούζι!

5. Δεμίρης, μόνο για μυημένους!
No comment!
Καρπούζι;

6. Άφιτος, Χαλκιδική! Σεζ Λονγκ, αντηλιακό, μαύρο γυαλί και μουσική στη διαπασών.

Κλείνατε επί δεξιάααα!!!
Η Τσιμισκή παρελαύνει!
Καρπούζι (και σε σφηνάκι)

7. Νάξος. Παραλία Πλάκας! Σμαραγδί, σμαραγδί, σμαραγδί, σμαραγδί! Νερά μπούζι, ησυχίααααααααααα…..
Μαγιώ;
Καρπούζι!

8. Αθήνα. Σκουπίδια, κίνηση, μποτιλιάρισμα, σιχτίρισμα!
Που είναι το καρπούζι, οέο;

9. Μπαλκόνι. Κεριά, υγρασία, trivial pursuit, φίλοι, χαλάρωσηηηηηη
Καρπούζι!

10. Κρεβάτι, air condition, τσαχπινιά!

Καρπούζι!

Kinky?

Τετάρτη 17 Μαΐου 2006

Πέμπτη 11 Μαΐου 2006

Αλήθεια

…από τις μεταλλικές γρίλιες το σκοτάδι δραπετεύει για να συναντήσει την αντηλιά του μεσημεριού καθώς τα παράθυρα ανοίγουν…
…όλα είναι σιωπή…
...το πρόσωπο σφιγμένο, το δέρμα θαμπό…ένα μικρό ρυάκι ιδρώτα νοτίζει το ξυρισμένο μου μάγουλο…
…η γραβάτα πέφτει βαριεστημένα στον καναπέ καθώς μια μύγα ξαποσταίνει πάνω στο ποτήρι με το γάλα που άφησες από το πρωί στο νεροχύτη…
…όλα είναι σιωπή…
…το νερό της βρύσης στάζει...μόνο ο μεταλλικός ήχος των κλειδιών σου ακούγεται...
...κι όλα γίνονται φως…
Είδες πως άνθησε το γεράνι;
Είδες πόσο μεγάλωσε η μέρα;
Να μου θυμήσεις να ανεβάσω τα έπιπλα του κήπου από την αποθήκη…και τα χάλια, να θυμηθούμε να βγάλουμε και τα χαλιά…
…κατέβασε λίγο την τέντα, με στραβώνει ο ήλιος…
Το κοστούμι, άχαρη υπενθύμιση ρουτίνας στην κρεμάστρα, η γραβάτα στη διπλανή, το πουκάμισο και τα εσώρουχα στα άπλυτα…
…ελεύθερος…
Η μπανιέρα γεμίζει με νερό…
…κλείνω τα μάτια…όλα σιωπή…μόνο ο ήχος του νερού που τρέχει γλυκαίνει τον απόηχο της μέρας…
…το κινητό χτυπάει, θα είναι από το γραφείο…
…κλείνω τα μάτια…κλείνω τη μύτη, βυθίζομαι…μόνο σιωπή…
Το Σαββατοκύριακο λέω να πάμε στις Σπέτσες, θα έχει καλό καιρό, ίσως να ρίξουμε και καμιά βουτιά, με άκουσες;
Κλείσε επιτέλους τον απορροφητήρα…σήμερα θα φάμε έξω, με τη δροσιά να νοτίζει το δέρμα μας πριν η νύχτα πέσει…

…ναι, με τον ήλιο ακόμα να φωτίζει...
...αλήθεια...

...πόσο όμορφα μεγάλωσε η μέρα…

Τρίτη 9 Μαΐου 2006

Ψέμα

Πάλι με έπιασε το κωλοφάναρο πρωινιάτικα.
Καημό το έχω ένα πρωινό να καταφέρω να το περάσω με πράσινο κι ας με πιάσουν κατόπιν στην πορεία όλα τα υπόλοιπα φανάρια.
Με έπιασε που μ΄ έπιασε το φανάρι, δε θα ακούσω από πάνω και τον Νίνο, την τύχη μου πρωί πρωί, γιατί μετά κάποιος θα την πληρώσει και θα είναι κρίμα. Μέχρι να ανοίξει το ρημάδι μέχρι και διδακτορική διατριβή προλαβαίνω να κάνω.
Παρατηρώ τις αφίσες στους δρόμους. Τα καλοκαιρινά προγράμματα των νυχτερινών κέντρων αρχίσουν το ένα μετά το άλλο και τα «αηδόνια» της Αθηναϊκής πίστας διαφημίζουν τα ευφάνταστα προγράμματά τους. Είναι απορίας άξιο ώρες ώρες πόσα χρήματα δαπανώνται για διαφημίσεις, πόση φαιά ουσία και φαντασία καταναλώνεται από τα δημιουργικά των διαφημιστικών εταιρειών και πόσο άρτιο από καλλιτεχνικής απόψεως μοιάζει, μερικές φορές, το αποτέλεσμα της φωτογράφησης…στην ουσία το πραγματικό προϊόν είναι συνήθως κατά πολύ κατώτερο του αναμενόμενου και μόνο με την κατανάλωση μερικών φιαλών ουίσκι μπορείς να αντέξεις τον εκκωφαντικό θόρυβο και τα φαλτσαρίσματα των αοιδών της πίστας.
Οι περισσότερες φωτογραφίες εμφανίζουν μόνο το κεφάλι του καλλιτέχνη, μερικοί μοιάζουν με βοϊδοκεφαλές κρεμασμένες στο τσιγκέλι, είναι αστείο τελικά να τις παρατηρείς. Όμως εδώ που τα λέμε, κι εμείς, καθισμένοι αναπαυτικά στα καθίσματα των αυτοκινήτων μας, δε φαντάζουμε αστείοι; Σώματα από τη μέση και πάνω, κεφάλι, λαιμός, χέρια (όχι πάντα) και στήθος, στήθος flat, στήθος ενισχυμένο, στήθος χαλαρό, στήθος πεσμένο, στήθος στητό, στήθος δασύτριχο, στήθος με φωτόλυση, όλα μέχρι εκεί, τα υπόλοιπα καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου. Πόσες φορές έχω αναρωτηθεί, πώς να είναι άραγε και το υπόλοιπο σώμα, έχει πόδια το σώμα τούτο; ή μήπως το σώμα που ζητάς το πήρε ο βοριάς κι έγινε αγέρας της σκοτεινής ημέρας και στάχτη μιας βραδιάς; Μήπως όμως τα κρυμμένα άκρα είναι απλά οι προεκτάσεις των τριών μεταλλικών πεντάλ που απλά απορροφούν λαίμαργα τους κραδασμούς ενός σώματος με χέρια μόνο και κεφάλι…
Στο διπλανό αυτοκίνητο ακόμα ένα σώμα μισό…
Φώτη;
Ρε Φώτη, δε το πιστεύω, εσύ είσαι; πόσο καιρό έχω να σε δω…
Πήξαμε στην κίνηση και σήμερα, εδώ κι εσύ; μες στα σκατά; κολλημένος στο φανάρι; Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω ρε φίλε να ήξερες…Πέρασαν τόσα χρόνια, χαθήκαμε…Πάντως δεν έχεις αλλάξει καθόλου, όπως τότε…
(Πω πω, χάλια ο Φώτης, πως σκατογέρασε έτσι πριν την ώρα του ρε παιδί μου, σαν 50άρης μοιάζει και δεν είναι ούτε καν 40).
Ναι, ναι μωρέ κι εγώ δεν έχω αλλάξει πολύ, το ξέρεις άλλωστε πόσο νάρκισσος είμαι ο σιχαμένος, εγώ προσέχω πάντα την εμφάνισή μου.
(Τι θα λέει τώρα ο Φώτης και για μένα ένας Θεός ξέρει, εμένα πάντως όλοι οι παλιοί μου συμμαθητές μου φαίνονται μεγαλύτεροι από μένα, εγώ έμεινα τρυφερούδι κι αυτοί σαν ξινισμένος τραχανάς, λες όμως να βλέπουν κι αυτοί σε μένα αυτά που βλέπω εγώ σε αυτούς; για κάτσε, αυτό δε το είχα σκεφτεί).
Τα έμαθα τα νέα σου Φώτη, μπορεί να χαθήκαμε αλλά εγώ μαθαίνω για σένα. Παντρεύτηκες, δεν μπόρεσα μωρέ να έρθω, είχα σπάσει το πόδι μου και δεν μπορούσα να περπατήσω, 2 μήνες στο γύψο ήμουνα.
(Τι να σου λέω τώρα ρε Φώτη, ότι σε έγραψα κανονικά και πήγα 3ήμερο στο Πήλιο;)
Ναι, κι εγώ παντρεύτηκα, δεν σε κάλεσα όμως γιατί το κάναμε σε κλειστό κύκλο, οι οικογένειες μόνο, ξέρεις τώρα…
(Πολύ οικογενειακό, τι να σου πω, 400 άτομα είχα καλέσει, εσένα σε ξέχασα πάνω στην αναμπουμπούλα).
Ελπίζω πάντως να μη μου θύμωσες, άλλωστε εσύ ήσουνα πάντα άνετος τύπος, δε σκοτιζόσουνα εύκολα, όλα τα είχες γραμμένα στα αρχίδια σου, όπως έλεγες. Όμως ρε Φώτη πολύ γράψιμο έριξες και σου έπεσε λίγο παραπάνω το μελάνι, οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί. Καρκίνος των όρχεων, τα έμαθα, σου κόψανε το ένα, το δεξί αν δε κάνω λάθος, ή μήπως το αριστερό; Τέλος πάντων ο ένας όρχις πάει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Από τότε με την εγχείρισή σου, με έπιασε κι εμένα ξέρεις ένας πανικός, πήγα σε γιατρό να κοιταχτώ, μου τα έπιασε από εδώ, μου τα έπιασε από εκεί, χούφτωσε χούφτωσε γιατρέ μου, αν είναι για καλό μου να σου έρχομαι συχνότερα κι εγώ θα κάθομαι να μου τα μαλάζεις αδιαμαρτύρητα, ποιος ξέρει, στο τέλος μπορεί και να σου αρέσει, φανταστικέ γιατρέ…πρόβλημα ευτυχώς δε βρήκε, μόνο μου είπε ότι εμείς τα αγοράκια θα πρέπει να τα ψηλαφίζουμε σχολαστικά, όπως κάνουν οι γυναίκες με τα στήθη τους…τι τα θες μωρέ Φώτη, με αυτά και με τα άλλα γίναμε ιδανικοί κι ανάξιοι εφαψίες του εαυτού μας.
Στο νοσοκομείο δε ήρθα, βλέπεις το έμαθα αργότερα…πάντως Φώτη πρόλαβες τουλάχιστον κι έκανες την κορούλα σου κι εδώ που τα λέμε φίλε μου ευτυχώς που μοιάζει, από ότι έμαθα, στη γυναίκα σου, γιατί εσύ είσαι και λίγο σκυλομούρης.
Θυμάσαι μωρέ τότε που πήγαμε να δούμε εκείνη την ταινία με τον καστράτο Φαρινέλλι, γέλια που έκανες;
Ήσουνα πάντα γουρούνι όμως ρε αδερφάκι μου, εγώ είχα συγκινηθεί, αυτός ο άνθρωπος ήταν μια τραγική φιγούρα κι εσύ γέλαγες που του τα κόψανε. Τώρα έγινες κι εσύ ένας καστράτο Φώτη μου, αλλά αυτό να ήταν το κακό μωρέ, ευτυχώς ζεις κι αυτό είναι το σημαντικότερο. Τα έμαθα και για τις χημειοθεραπείες, πήρες και απότομα βάρος με τις ορμόνες…κι εγώ που στην αρχή σε παρεξήγησα με το πάχος που πήρες, πόση χοληστερόλη μπορεί να χωρέσει μέσα σε αυτή την πατσά έλεγα, συγνώμη ρε Φώτη δεν ήξερα, αλλά να ξέρεις ουδέν κακό αμιγές καλού, τώρα με την κοιλιά μπαλόνι δεν θα μπορείς να βλέπεις και τη λειψή ανατομία σου, αϊ στο διάολο πια, πολύ σημασία τους δώσαμε…άσπρισαν όμως και τα μαλλιά σου, αχ πως μεγαλώσαμε Φώτη μου…
(Πω πω ο έρμος ο Φώτης, αποδομίθηκε εντελώς το τριχωτό της κεφαλής του, αλλά εδώ που τα λέμε πάντα έτσι ήτανε μωρέ, μεγαλόδειχνε από τα γεννοφάσκια του).
Φώτη θυμάσαι τα παλιά μας; Τι καλή παρέα κάναμε τότε…Εγώ πάντως κακία δε σου κράτησα που μου την έφαγες την γκόμενα στο πάρα πέντε. Ήμουνα όμως κι εγώ λίγο χαλβάς, το σκεφτόμουνα από εδώ, το ψείριζα από εκεί, άσε που μου είχε πει ότι με βρίσκει πολύ μελαχρινό για τα γούστα της και μου είχε κακοφανεί και να σκεφτείς ήταν ακόμα Μάρτιος, φαντάσου να με έβλεπε και το 15αύγουστο που αλλάζω ακόμα και φυλή! Αλλά δε πειράζει μωρέ, ήταν τελείως δεύτερη, βέβαια εσένα σου άρεσαν κάτι τέτοιες, τις έβρισκες ελκυστικές, σου άρεσε το βλέμμα το προκλητικό, το πρόστυχο, ήσουνα κι εσύ βρε Φώτη όμως λίγο σαβούρας, όποια σου κουνούσε την ουρά της την «χτυπούσες». Φώτη θυμάσαι που τρέχαμε και στο Βυζάντιο στο Αιγάλεω να δούμε τσόντες; θυμάσαι όταν σε ρωτούσε συνέχεια ο πατέρας σου που στο διάολο συχνάσεις κάθε τόσο κι εσύ του έλεγες ότι πας να δεις ταινίες με τον Κώστα Τσάκωνα; Το περίεργο βέβαια ήταν ότι όχι μόνο έπιανε αυτή δικαιολογία, αλλά έδειχνε κι ικανοποιημένος από πάνω. Τι να πει κανείς, άλλες εποχές Φώτη μου…
Αμ και τότε, σε εκείνο το πάρτυ-ρεφενέ που κάναμε όλοι οι φίλοι, θυμάσαι που εγώ επέμενα να το κάνουμε ροκ και στο τέλος τσακωθήκαμε γιατί όταν έπαιζε το Soldier of Fortune των Deep Purple, εσύ έβγαλες την κασέτα κι έβαλες Σαλαμπάση; «Σ’ αγαπάω μ’ ακούς, σ΄αγαπάω σου λέω», αλλά δε φταις εσύ, εκείνη η Αγγλικού φταίει που σου κούναγε την ουρά της, ξερογλειφόσουνα βέβαια κι εσύ για να την κουτουπώσεις, τρομάρα σου, ούτε το Lower δεν κατάφερες να πάρεις, την Αγγλικού βέβαια την έριξες, εμένα βλέπεις με έπιαναν οι αναστολές μου με κάτι τέτοιες τσαπερδόνες, εγώ τις ήθελα περισσότερο ρομαντικές, εγκεφαλικές, ήμουνα συνεσταλμένος πανάθεμά με, μη κοιτάς τώρα πια που τους έχω πάρει όλους αμπάριζα και δεν καταλαβαίνω τίποτα, εσύ βέβαια ήσουνα από τότε πολύ κωλοπετσωμένος.
Πάντως μια χαρά σου πήγαν τα πράγματα, τις αφίσες που κολλούσες στους στύλους της ΔΕΗ, μια χαρά τις εξαργύρωσες, εγώ ήμουνα πάντα πιο ιδεαλιστής από σένα, όχι ότι τα πήγα κι άσχημα, α, παράπονο δεν έχω, αλλά να μωρέ, εσένα σου ήρθαν κάπως πιο εύκολα, η Κλαδική δε σε άφησε παραπονεμένο. Ήσουνα πολύ μπασμένος ρε φίλε, μέσα σε όλα, κατάφερες μέχρι και ΕΛΔΕ να ανοίξετε πάνω από το κρεοπωλείο του πατέρα σου, συνεταιρικά με τον κυρ Νίκο τον μανάβη…
…μια μέρα πέρασα από ΄κεί, το είδα άδειο, ξενοίκιαστο, άλλαξαν τα πράγματα Φώτη, θυμάσαι που μαζευόμαστε όλα τα βρωμόπαιδα στον κήπο του πατρικού μου και ρημάζαμε τα λεμόνια από την λεμονιά του κήπου μας και φώναζε η μάνα μου; Βλέπαμε την Ακρόπολη από μακριά και την βάζαμε σημάδι, της πετάγαμε λεμόνια να την ρίξουμε, τόσο μυαλό είχαμε…
…ναι, πάει ο κήπος συρρικνώθηκε, έβγαζε λέει υγρασία στον διπλανό, μη χειρότερα πια, αφήσαμε μόνο τη λεμονιά, τιμής ένεκεν, την έφαγε όμως κι αυτήν ο πάγος και την κόψαμε από το μπόλι. Πέταξε ξανά, αλλά μας βγήκε νεραντζιά, τώρα κάνει η μάνα μου γλυκό νεράντζι, να έρθεις ρε Φώτη μια μέρα, το κάνει πολύ ωραίο ξέρεις…
…έχω κι εγώ φύγει χρόνια από την παλιά μας γειτονιά, από τον αγαπημένο μας κλειστό μικρόκοσμο …
…την Ακρόπολη μόλις που τη βλέπω πια από τον μπαλκόνι…δεν θέλω να την πετύχω πλέον…άλλωστε δεν έχω και λεμόνια να της ρίξω…
Περνούν τα χρόνια σαν νερό μωρέ Φώτη, πως χαθήκαμε έτσι ρε γαμώτο…στην πραγματικότητα βέβαια δε ταιριάζαμε καθόλου, η μέρα με την νύχτα ήμασταν, εσύ ήσουνα εντελώς χύμα, εγώ τα μέτραγα κάπως αλλιώς τα πράγματα, εσύ ήσουνα λίγο πιο χοντρόπετσος, πιο αναίσθητος, εγώ ήμουνα πάντοτε περισσότερο στενάχωρος, ίσως και λίγο σουρεάλ, εσύ πάταγες στη γη, εγώ πέταγα στον ουρανό, καμιά φορά έκανα τον καραγκιόζη για να γελάσουμε, θυμάσαι; ακόμα και τώρα τον κάνω ξέρεις, ότι μικρομάθεις, δε το γερονταφήνεις, Φώτη μου.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι πάντα με ζήλευες Φώτη, τον έβλεπα εγώ τον φθόνο μέσα στο γουρουνίσιο βλέμμα σου, βλέπεις εγώ ήμουνα περισσότερο intellectuel, εσύ περισσότερο αγροίκος.
Τι ωραία που τα λέμε βρε Φώτη, τι πειράζει που δεν ανοίγει το φανάρι…
Φώτη στάσου, μη φεύγεις, στάσου σου λέω, πέρασες με κόκκινο…
Πανάθεμά σε, με γέμισες καυσαέριο, χοντρόπετσε, παλιογουρούνι, θα σκοτώσεις κανένα άνθρωπο ρεεεεεεεεεεε…
…γιατί τον μουντζώνεις τον χριστιανό ρε Φώτη, τι σου ΄φταιξε; παραλίγο να τον διαμελίσεις τον άνθρωπο, την τύχη μου!
Α ρε Φώτη κι άλλοι πήρανε Cherokee δεν έκαναν έτσι ρε φίλε…
Περίμενε γαμώτο, δε σε προλαβαίνω…
…έχουμε τόσα να πούμε…
…αϊ χάσου ρε Φώτη, ποτέ δεν ταιριάξαμε, πάντοτε βλέπαμε ο ένας στα μάτια του άλλου, αυτό που θέλαμε να γίνουμε, αλλά δε γίναμε…
…είμαστε τα είδωλα ενός παραμορφωτικού καθρέπτη σε ένα ξεχαρβαλωμένο συνοικιακό λούνα παρκ, τρύπια λόγια κι έργα μιας ζωής λαθραίας, χαλασμένοι λεπτοδείκτες ενός βραχυκυκλωμένου χρόνου…
…είμαστε απλά ένα καλοδιατυπωμένο ψέμα…
…μη φεύγεις ρε Φώτη, κι εγώ πάντα σε ζήλευα γιατί ήσουνα περισσότερο μάγκας και καταφερτζής από εμένα, μη φεύγεις σου λέω…
…με έπιασε πάλι το φανάρι ρε γαμώτο...
…ούτε που πρόλαβα να ανοίξω το παράθυρο να σου πω μια καλημέρα…
…ούτε που πρόλαβα να δω κατάματα το πρόσωπό σου…
…δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ…έχασα και το τηλέφωνό σου…

…μαζευτήκαμε και τόσοι πολλοί πια σε αυτήν την πόλη...