Όλα τα πήρε το καλοκαίριτ' άγριο μαλλί σου στη τρικυμίατο ραντεβού μας η ώρα μίαΌλα τα πήρε το καλοκαίριτα μαύρα μάτια σου το μαντίλιτην εκκλησούλα με το καντήλιΌλα τα πήρε το καλοκαίρικι εμάς τους δυο χέρι με χέριΌλα τα πήρε το καλοκαίριμε τα μισόλογα τα σβησμένατα καραβόπανα τα σχισμέναΜες στις αφρόσκονες και τα φύκιαόλα τα πήρε τα πήγε πέρατους όρκους που έτρεμαν στον αέραΌλα τα πήρε το καλοκαίρικι εμάς τους δυο χέρι με χέριΟδυσσέας Ελύτης
...και εμείς...
...για εκείνο το νοσταλγικό ταξίδι από το Σαλιχλί στην Αθήνα...
Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί για την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί μέσω της τέχνης, αλλά και για τους τρόπους που αυτός μετέρχεται, προσπαθώντας να εκφραστεί μέσω αυτής.
Σε πολλούς ανθρώπους υπάρχει έντονα ριζωμένη η αντίληψη ότι η τέχνη οφείλει να έχει κοινωνικό ρόλο, ότι έχει κατά βάση χρηστική σημασία, οφείλει να εμπνέει κοινωνικές ομάδες, να υποδεικνύει δρόμους και μονοπάτια για την υλοποίηση στόχων και συλλογικών οραμάτων και επομένως οφείλει να έχει ως στόχο της την κοινωνία την ίδια και τους προβληματισμούς της, παραβλέποντας ενδεχομένως ότι η τέχνη λειτουργεί βασικά ως ένα παράθυρο που ανοίγει και αποκαλύπτει τους μοναχικούς συλλογισμούς του δημιουργού, αποκαλύπτει κατά βάση την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία και ελεύθερη έκφραση, την ανάγκη να ελαφρύνει από τα βαριά καθημερινά του φορτία. Η τέχνη δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποκειμενική κρίση του δημιουργού, από τον εγωισμό και την ματαιοδοξία του, την ανάγκη του να δημιουργήσει ενδεχομένως ένα έργο οπτικά καλαίσθητο, αν και η ίδια η έννοια της καλαισθησίας επιδέχεται πολύ κουβέντα.
Έχοντας ξεπεράσει το στάδιο εκείνων των παρωχημένων προβληματισμών σχετικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης της λεγόμενης στρατευμένης τέχνης, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμία μορφή τέχνης δεν είναι άσκοπη και ανώφελη κι ότι η τέχνη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μισθοφόρος που θα αγωνιστεί στο μέτωπο, ούτε επίσης να αποτελέσει μια εξεζητημένη ενασχόληση σαλονάτων αστών, απλά πιστεύω ότι αποτελεί την ανάγκη του ανθρώπου να αφηγηθεί όσα δεν είναι εύκολα και με λογικό τρόπο περιγράψιμα, χωρίς περαιτέρω σκοπιμότητες και μεθοδεύσεις, χωρίς να ξεκινά εξ αρχής με την πρόθεση να αποδείξει το ένα ή το άλλο.
Αφορμή για την εισαγωγή αυτή, αλλά και για το συγκεκριμένο post, αποτελεί η έκθεση ζωγραφικής του διάσημου Κολομβιανού ζωγράφου Fernando Botero, η οποία σε λίγες μέρες και μετά από 4 περίπου μήνες, ολοκληρώνεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Χωρίς καμία πρόθεση να ερμηνεύσω τον δημιουργό, απλά ορμώμενος από την τρομακτική δύναμη του έργου του αλλά κι από την ανάγκη ενός καθημερινού ανθρώπου να εκφράσει το θαυμασμό του απέναντι στην ομορφιά που αποπνέουν τα δημιουργήματά του, πιστεύω ότι ο Botero καταφέρνει να εκφράσει και τις δύο τάσεις, να δημιουργήσει δηλαδή έργα τα οποία βλέπουν την κοινωνία κατάματα, χρησιμοποιώντας την εκφραστική δύναμη του σαρκασμού και της κριτικής, αλλά παράλληλα να δημιουργήσει, μέσα από μια έντονα ανθρωποκεντρική αντίληψη - χρησιμοποιώντας φιγούρες υπερτροφικές και φαινομενικά δυσκίνητες - έργα στα οποία η χαρά της ζωής, η αισιοδοξία, η ελπίδα, η παιδικότητα σκάνε σαν βόμβες μεγατόνων μπροστά στα μάτια μας και μας παρασύρουν χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού.
Για λίγες ακόμα μέρες (23/9 η έκθεση ολοκληρώνεται), στην Εθνική Πινακοθήκη.