Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2006

Κι όμως...

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ' άγριο μαλλί σου στη τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δυο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα

Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δυο χέρι με χέρι

Οδυσσέας Ελύτης

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2006

Τάσος Αθανασιάδης

...και εμείς...
...για εκείνο το νοσταλγικό ταξίδι από το Σαλιχλί στην Αθήνα...

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2006

Fernando Botero

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί για την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί μέσω της τέχνης, αλλά και για τους τρόπους που αυτός μετέρχεται, προσπαθώντας να εκφραστεί μέσω αυτής.
Σε πολλούς ανθρώπους υπάρχει έντονα ριζωμένη η αντίληψη ότι η τέχνη οφείλει να έχει κοινωνικό ρόλο, ότι έχει κατά βάση χρηστική σημασία, οφείλει να εμπνέει κοινωνικές ομάδες, να υποδεικνύει δρόμους και μονοπάτια για την υλοποίηση στόχων και συλλογικών οραμάτων και επομένως οφείλει να έχει ως στόχο της την κοινωνία την ίδια και τους προβληματισμούς της, παραβλέποντας ενδεχομένως ότι η τέχνη λειτουργεί βασικά ως ένα παράθυρο που ανοίγει και αποκαλύπτει τους μοναχικούς συλλογισμούς του δημιουργού, αποκαλύπτει κατά βάση την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία και ελεύθερη έκφραση, την ανάγκη να ελαφρύνει από τα βαριά καθημερινά του φορτία. Η τέχνη δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποκειμενική κρίση του δημιουργού, από τον εγωισμό και την ματαιοδοξία του, την ανάγκη του να δημιουργήσει ενδεχομένως ένα έργο οπτικά καλαίσθητο, αν και η ίδια η έννοια της καλαισθησίας επιδέχεται πολύ κουβέντα.
Έχοντας ξεπεράσει το στάδιο εκείνων των παρωχημένων προβληματισμών σχετικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης της λεγόμενης στρατευμένης τέχνης, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμία μορφή τέχνης δεν είναι άσκοπη και ανώφελη κι ότι η τέχνη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μισθοφόρος που θα αγωνιστεί στο μέτωπο, ούτε επίσης να αποτελέσει μια εξεζητημένη ενασχόληση σαλονάτων αστών, απλά πιστεύω ότι αποτελεί την ανάγκη του ανθρώπου να αφηγηθεί όσα δεν είναι εύκολα και με λογικό τρόπο περιγράψιμα, χωρίς περαιτέρω σκοπιμότητες και μεθοδεύσεις, χωρίς να ξεκινά εξ αρχής με την πρόθεση να αποδείξει το ένα ή το άλλο.

Αφορμή για την εισαγωγή αυτή, αλλά και για το συγκεκριμένο post, αποτελεί η έκθεση ζωγραφικής του διάσημου Κολομβιανού ζωγράφου Fernando Botero, η οποία σε λίγες μέρες και μετά από 4 περίπου μήνες, ολοκληρώνεται στην Εθνική Πινακοθήκη.

Χωρίς καμία πρόθεση να ερμηνεύσω τον δημιουργό, απλά ορμώμενος από την τρομακτική δύναμη του έργου του αλλά κι από την ανάγκη ενός καθημερινού ανθρώπου να εκφράσει το θαυμασμό του απέναντι στην ομορφιά που αποπνέουν τα δημιουργήματά του, πιστεύω ότι ο Botero καταφέρνει να εκφράσει και τις δύο τάσεις, να δημιουργήσει δηλαδή έργα τα οποία βλέπουν την κοινωνία κατάματα, χρησιμοποιώντας την εκφραστική δύναμη του σαρκασμού και της κριτικής, αλλά παράλληλα να δημιουργήσει, μέσα από μια έντονα ανθρωποκεντρική αντίληψη - χρησιμοποιώντας φιγούρες υπερτροφικές και φαινομενικά δυσκίνητες - έργα στα οποία η χαρά της ζωής, η αισιοδοξία, η ελπίδα, η παιδικότητα σκάνε σαν βόμβες μεγατόνων μπροστά στα μάτια μας και μας παρασύρουν χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού.

Για λίγες ακόμα μέρες (23/9 η έκθεση ολοκληρώνεται), στην Εθνική Πινακοθήκη.