Αφιερωμένο στη Magica de Spell (http://volcaniccooking.blogspot.com/), γνωστό super girl και drama queen, για τις μαγειρικές κι όχι μόνο δημιουργίες της!
Στην πραγματικότητα, καημό, εδώ και καιρό το είχα, να την ξεμπροστιάσω!
Οι Χαίνηδες έχουν λοιπόν το λόγο:(από το υπέροχο cd: «Ο Γητευτής και το Δρακόντι» Από μικρή τής άρεσε, μες στην κουζίνα μόνη
τις ώρες να σκοτώνει
με τη μαγειρική
και πέφτανε τα δάκρυα θυμώντας τη ζωή της
και δίναν στο φαΐ της
μια γεύση μαγική
Κύμινο, μοσχοκάρυδο και κόκκινο πιπέρι
ποτέ δεν είχε ταίρι
ν' αλλάξει μιαν ευχή
να χαμηλώσεις τη φωτιά μετά την πρώτη βράση
να γίνονταν η πλάση
ξανά απ' την αρχή
Ψιλοκομμένος μαϊντανός, και σκόρδο μια σκελίδα
να 'φεγγε μιαν ελπίδα
στα μάτια τα μελιά
και προς το τέλος πρόσθεσε ένα ποτήρι λάδι
να 'νοιωθε ένα χάδι
μια μέρα στα μαλλιά
Μια νύχτα έπιασε φωτιά μέσα στο μαγερειό της
που 'κανε το φευγιό της
να μοιάζει με γιορτή
τέτοια που γύρω φύτρωσαν άσπρα του γάμου κρίνα
ολόιδια με κείνα
που είχε ονειρευτεί
Πόσες καρδιές που γίνανε αναλαμπή κι αθάλη
μας κάμανε μεγάλη
κάποια μικρή στιγμή
κι αθόρυβα διαβήκανε απ' της ζωής την άκρη
χωρίς ν' αφήσει δάκρυ
σε μάγουλο γραμμή...ααααχ, το ΄φχαριστήθηκα!
Σαν σήμερα πριν από 1 χρόνο ξεκίνησε το παρόν blog το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο.
Στην αρχή το ξεκίνησα για πλάκα, έτσι για να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, χωρίς να έχω καμία πρόθεση να επενδύσω σε τίποτα περισσότερο, παρά μόνο να νιώσω, μέσα από ένα διαφορετικό μέσο, εκείνη τη χαλαρή αίσθηση της γραφής που με συντροφεύει από πιτσιρίκι.
Δεν είμαι όμως της μονιμότητας, δεν είμαι της συνήθειας, δεν ήθελα να το φτιάξω ούτε για να ψυχαναλυθώ, αλλά ούτε και για να γνωρίσω νέους ανθρώπους. Μέσα από το διαδίκτυο και από άλλο χώρο, έτυχε στο παρελθόν να γνωρίσω κάποιους ανθρώπους, με ελάχιστους κρατώ επικοινωνία. Είναι τελικά ποιο ωραίο να φαντάζεσαι τους ανθρώπους μέσα από αυτό που σου αφήνουν να νιώσεις και να φανταστείς, να δέχεσαι το φαίνεσθαι, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι πιο συναρπαστικό από το είναι.
Το διαδίκτυο έχεις τους δικούς του κώδικες, η πραγματική ζωή άλλες, εκεί το είναι αποτελεί την ύψιστη αξία.
Πάνω από όλα όμως, δεν ήθελα σε καμία περίπτωση μέσα από ένα blog να πουλήσω μούρη κατά το λαϊκότερο, ούτε να κρυφτώ πίσω από μια ανωνυμία, πίσω από ένα χαριτωμένο και ίσως ευφάνταστο ψευδώνυμο με σκοπό να κατακρίνω, να βρίσω, να ειρωνευτώ και να καθαρίσω λογαριασμούς με φίλους και «εχθρούς», να σταθώ απέναντι στους λεγόμενους «επώνυμους» και να αρχίσω να βγάζω τα άπλυτα τους στη φόρα ή να βυσσοδομήσω εναντίον τους. Δεν το έφτιαξα γιατί βλέπω μπροστά μου εικονικούς εχθρούς και οδοφράγματα τα οποία πρέπει να ρίξω, δε το έφτιαξα γιατί αναζητούσα δημοσιότητα, δεν το έφτιαξα γιατί έψαχνα ένα μέσο για να γίνω γνωστός ώστε κάποιος να με ανακαλύψει μέσα από τα κείμενά μου, τα οποία ούτως ή άλλως δεν ήταν σπουδαία.
Το έφτιαξα απλά για να το κλείσω. Ακούγεται αστείο, αλλά αυτή ήταν η αλήθεια, ήθελα να δοκιμάσω λίγο από το γλυκό της τούρτας και μετά να το αφήσω εκτεθειμένο μέσα στην απεραντοσύνη του κυβερνοχώρου.
Η αλήθεια είναι όμως ότι στην πορεία άλλοτε το αγάπησα, άλλοτε το μίσησα κι άλλοτε το αντιμετώπισα ακόμα και σαν μια εξωγήινη κατασκευή.
Δεν άργησα όμως να πραγματοποιήσω ότι υποσχέθηκα εξ αρχής, δηλαδή να το κλείσω, τουλάχιστον αυτό το blog είχε πάνω από όλα αρχές και ισχυρούς ηθικούς κώδικες!
Επειδή όμως ακόμα και οι ισχυροί κώδικες ηθικής υπόκεινται κι αυτοί σε αλλαγές από τον πανδαμάτορα χρόνο, έτσι κι αυτό το blog άνοιξε ξανά, πολύ απλά για να ξανακλείσει!
Σε αυτό το οποίο λοιπόν καταλήγω μετά από ένα χρόνο blogging είναι ότι το δικό μου blog δεν έχει μεγαλύτερη αξία από μια απλοϊκή κατασκευή από τουβλάκια lego, σαν εκείνες που έκανα παιδί...πρώτα τις έφτιαχνα και μετά τις κατέστρεφα για να φτιάξω άλλες. Εραστής του εφήμερου με άλλα λόγια.
Στην αρχή, όπως κάθε τι καινούργιο το οποίο σου προξενεί την περιέργεια, θέλησα να το ανακαλύψω, επισκεπτόμουν πολλά blogs, σχολίαζα, είχα συμμετοχή, επιθυμούσα τη συμμετοχή, στην πορεία βαρέθηκα, επισκεπτόμουν και επισκέπτομαι πλέον ελάχιστα blogs, σχολιάζω σπάνια. Το παιχνίδι μάλλον το βαριέμαι.
Μέσα από τον λεγόμενο και εξωτικό όρο blogging λοιπόν, δεν είδα κανένα συναρπαστικό ταξίδι, δεν γνώρισα κανένα κατά ανάγκη συναρπαστικό άνθρωπο, γιατί πολύ απλά δεν επιδίωξα να γνωρίσω, αν και ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί εκεί έξω, δεν αισθάνθηκα μέλος καμίας ιντερνετικής φυλής, γιατί πολύ απλά όλα αυτά μου φαίνονται «κάπως» κι σε αυτό το «κάπως» δεν ξέρω τι ορισμό να δώσω, δεν αισθάνθηκα κατά ανάγκη καλύτερα ή χειρότερα, δεν γνώρισα περισσότερα από εκείνα που ήδη ήθελα να μάθω, δέχτηκα αδιαμαρτύρητα μόνο το φαίνεσθαι και δεν ασχολήθηκα καθόλου με το είναι, με άλλα λόγια το δικό μου blog πάντοτε το ένιωθα να μοιάζει με εκείνα τα τουβλάκια lego που προανέφερα…μετά όμως από τόσα χρόνια δεν θυμάμαι καμία από εκείνες τις κατασκευές που έκανα μικρός, δεν κράτησα καμία σε φωτογραφία, δε μου έμεινε καμία κατασκευή αποτυπωμένη στη μνήμη. Έτσι και το blog, δεν θυμάμαι γιατί έγραψα το ένα ή το άλλο, δεν θυμάμαι τι απάντησα σε ποιόν, δε θυμάμαι τι μου απάντησε ποιος, απλά η κατασκευή των lego ψήλωνε και ψηλώνει με σκοπό κάποια στιγμή να πέσει με μια μου απότομη κίνηση. Το blog μου αποτελεί την επιβράβευση απλά του εφήμερου.
Μετά από ένα χρόνο χαλαρού blogging, δεν αισθάνομαι καν την ανάγκη να κάνω καμία αυτοκριτική, για ποιόν λόγο δηλαδή συνεχίσω ακόμα και σήμερα να κάνω blogging, δεν ξέρω τι με σπρώχνει - σπανιότερα πλέον - να συνεχίζω...νιώθω όμως ότι κάποτε, όταν θα το σταματήσω, δεν θα ξέρω γιατί το έκανα, τι με έσπρωξε να αρχίσω να γράφω μέσα από μια ιστοσελίδα, δεν θα μου μείνει τίποτα περισσότερο από εκείνη, την όμορφη χαλαρή αίσθηση που συνεχίζει να μου δημιουργείται γράφοντας χωρίς σκοπό, χωρίς στόχο, χωρίς μέτρο, έτσι a capella, δεν θα μοιάζει με τίποτα περισσότερο από μια αγωνιώδη προσπάθεια να μετατρέπω τις σκέψεις σε λέξεις, από όσα γράφω μοναχικά από μικρό παιδί, πότε στο χαρτί και πότε στον υπολογιστή μου και τα κρατώ άλλοτε αυστηρά μόνο για μένα, άλλοτε για τους φίλους μου κι άλλοτε για να τα καταστρέψω αμέσως…
…δε θα μοιάζει με τίποτα άλλο, παρά με εκείνες τις εφήμερες και ευφάνταστες κατασκευές με τα πολύχρωμα τουβλάκια lego…
Η προσπάθεια να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά και το σώμα του σε μια αξιοπρεπή όρθια στάση αποδεικνύεται στην πράξη περισσότερο περίπλοκη διαδικασία, μια ενοχλητική μυρωδιά αντισηπτικού ανακατεμένη με οινόπνευμα τον αναγκάζουν να ανακαλεί στην μνήμη του ευχάριστα αρώματα άνοιξης, ενώ μόλις και μετά βίας καταφέρνει να σηκώσει το βλέμμα του καρφώνοντας το πάνω σε περίεργες μεταλλικές πτυχώσεις στους τοίχους, σε περίπλοκα μηχανήματα με φωτεινές πράσινες και κίτρινες ενδείξεις, νιώθει το δέρμα του να έχει εμποτιστεί από τη μυρωδιά του νοσοκομείου, από τον ιδρώτα των γιατρών, από το φτηνό άρωμα των νοσοκόμων, από τη στυφή μυρωδιά των σωματικών του εκκρίσεων πάνω στα υπόλευκα από τη πολύχρονη χρήση σεντόνια, ο ήχος και τα σχήματα από τον ηλεκτρονικό παλμογράφο μετατρέπονται στην αγαπημένη του καθημερινή διασκέδαση, η προσπάθεια να ελέγξει τις εγκεφαλικές του λειτουργίες αποδεικνύεται ακόμα δυσκολότερη διαδικασία, καθώς σκιές αλλόκοτων γυναικών, σκιές μυθολογικών πλασμάτων νιώθει να τον πλησιάζουν απειλητικά, νιώθει τις Βαλκυρίες να πλησιάζουν για να τον μεταφέρουν ως πολεμικό λάφυρο στη μυθική τους χώρα, ενώ πηχτές απόκοσμες κανελί ανταύγειες καλύπτουν το θολό οπτικό του πεδίο εκτοπίζοντας ένα λεπτό ρυάκι από αλμυρό δάκρυ από το πρόσωπό του, ανασυγκροτεί τις τελευταίες εγκεφαλικές του δυνάμεις, αναζητά με τη βοήθεια εκείνων των αλλόκοτων μηχανημάτων με τις πράσινες και τις κίτρινες ενδείξεις μιαν αγχωμένη ανάσα, πιέζει τα πνευμόνια του για να υποδεχτούν μια ανεπαρκή ποσότητα οξυγόνου, νιώθει τη δύναμη της ανάσας του να σαρώνει το ανήμπορο κορμί του, δεν καταλαβαίνει εάν πρόκειται για μια ανάσα-κλάμα ετοιμοθάνατου ή για ένα οξύ σπάραγμα μωρού, εκτοξεύει μια εξασθενημένη δέσμη διοξειδίου του άνθρακα, οι κανελί ανταύγειες καλύπτουν πλέον τα πάντα και οι Βαλκυρίες έχουν ήδη αναλάβει δράση…
...τώρα πλέον σχεδόν όλα φαντάζουν ήσυχα, ο χρόνος μετράει αντίστροφα, νιώθει το σώμα του αδύναμο σαν γέρικο σκαρί έτοιμο να προσαράξει, προσπαθεί να το διατηρήσει μάχιμο, έτοιμο να υπακούσει έστω και μερικώς στις εντολές που έρχονται από τα σχεδόν εκφυλισμένα εγκεφαλικά του κύτταρα, η ανάσα του βαθιά, βαριά, η ανάσα του μετατρέπεται σε καυτή ανάσα μεσαιωνικού δράκου, η εκπνοή του ένας αργός εκνευριστικός συριγμός χαλασμένης πόρτας, νιώθει τις κλειδώσεις του να τρίζουν σαν σκουριασμένοι μεντεσέδες παλιού αρχοντικού, ανασυγκροτεί τις δυνάμεις του, σηκώνεται, τα πόδια του αδύναμα, όμως νιώθει να πατούν στη γη, η ανάσα του γίνεται πιο δυνατή, στέκεται όρθιος, περπατά, φιγούρες δικών του αγαπημένων προσώπων στέκονται δίπλα του και τον αγκαλιάζουν, αρχίζει να βαδίζει, συνομιλεί, χειρονομεί, νιώθει συνεχώς όλο και πιο δυνατός, ο χρόνος μετρά αντίστροφα, σε λίγο βρίσκεται σε ένα αδιάφορο γραφείο πνιγμένο μέσα σε μια γκρίζα θάλασσα από φακέλους και χαρτιά, τα δάκτυλά του χρωματισμένα από το μελάνι, η όψη του τραχιά, τα μάτια του κουρασμένα φωτεινά pulsar μέσα σε μια φαινομενικά συμπαντική απραξία, σκέφτεται, γράφει, αντιγράφει, υπογράφει, κινήσεις μηχανικές, ανάσα κοφτή, αγχωμένη, σηκώνεται, περπατά, τρέχει, η ανάσα του κόβεται, τρέχει, τρέχει ακόμα πιο γρήγορα, πέφτει, σηκώνεται, τρέχει, σκοντάφτει, παραπατά, πέφτει, τρέχει ξανά πιο γρήγορα, η ανάσα του κόβεται, τρέχει, πέφτει πάνω σε εμπόδια, σε υποχρεώσεις, σε φιλοδοξίες, σε ανεκπλήρωτα όνειρα, πέφτει πάνω σε τοίχους, πέφτει στο χώμα, πέφτει στη θάλασσα, πέφτει στο κενό, πέφτει πάνω στους άλλους, πέφτει πάνω στον ίδιο του τον εαυτό, στήνει οδοφράγματα, επινοεί εχθρούς, συμπορεύεται με φίλους, η ανάσα του κόβεται, τρέχει, πέφτει, σηκώνεται, πληρώνει, πληρώνεται, σκύβει, υποκύπτει, συμβιβάζεται, τρέχει, σηκώνεται, η ανάσα του κόβεται, τρέχει, καλπάζει, πολεμά, αντιτίθεται, αντιπαρατίθεται, αδικεί, αδικείται, απογοητεύεται, ελπίζει κάθε φορά σε κάτι καινούργιο καθώς τρέχει προς τα μπρος ή προς τα πίσω - αυτό δεν έχει ξεκαθαριστεί - τρέχει, λαχανιάζει, κουράζεται, αλλά συνεχίζει, αγαπά, μισεί, συγχωρεί, πληγώνει, πληγώνεται, πονάει, συνεχίζει όμως, τρέχει, τρέχει, η ανάσα του μοσχοβολά αρώματα λουλουδιών, η ανάσα του κόβεται, αγγίζει, αισθάνεται, τα μάτια του μετατρέπονται σε τρισδιάστατα πολυεδρικά μάτια μύγας, τα άκρα του συμπαγή μεταλλικά θεμέλια, η ανάσα του δυνατή, το πρόσωπό του φωτεινό, βρίσκεται ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα, διαφορετικά αυτή τη φορά αλλά πάντοτε τα ίδια, βιώνει πλέον μια νιότη αυταρχική, δεν ψάχνει για το περιεχόμενο, τον ενδιαφέρει απλά να τα ζήσει όλα, ονειρεύεται, σχεδιάζει, τρέχει με όλη του τη δύναμη, ο χρόνος μετράει αντίστροφα, τρέχει με την ταχύτητα ενός καυτού κομήτη έτοιμου να σαρώσει ότι βρει στο διάβα του, τρέχει, σκοντάφτει, αλλά σηκώνεται, ονειρεύεται, η ανάσα του καυτό μάγμα ηφαιστείου, παίζει πλέον σε μια σκονισμένη αλάνα, σε ένα πολύχρωμο φωτεινό λούνα παρκ γεμάτο με όνειρα κι αυταπάτες, σκίζει τα πόδια του, σκίζει τα χέρια του, σκίζει την ψυχή του, η ανάσα του κόβεται, όμως τρέχει, σκοντάφτει, θυμώνει, πέφτει, κάνει τα πρώτα του βήματα, ο μικρόκοσμός του πλέον μια πολύχρωμη μικρογραφία Disneyland, ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι προσδοκιών, πέφτει, σηκώνεται, μπουσουλά, χαμογελά, κλαίει γοερά, το χαμόγελό του γάργαρο ρυάκι βουνίσιας πηγής, τα πόδια του αδύναμα, η ανάσα του απαλή, μια παιδική πλέον αίσθηση από σπιτικό γλυκό του κουταλιού...
…η προσπάθεια να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά και το σώμα του σε μια αξιοπρεπή όρθια στάση αποδεικνύεται περισσότερο περίπλοκη διαδικασία, μια ενοχλητική μυρωδιά αντισηπτικού ανακατεμένη με οινόπνευμα ανακαλεί στη μνήμη του εικόνες από το μέλλον, καρφώνει τα μάτια πάνω σε περίεργες μεταλλικές πτυχώσεις στους τοίχους, πάνω σε περίπλοκα μηχανήματα με φωτεινές πράσινες και κίτρινες ενδείξεις, κλείνει τα μάτια, η ανάσα του κόβεται, δεν κάνει πίσω, συνεχίζει, σταματά για λίγο, ανοίγει δειλά τα μάτια, ακολουθεί το ίδιο γνώριμο δρομολόγιο που κάνει εδώ και χιλιετίες και καθώς βγάζει ένα κλάμα σπαρακτικό, κάνει μια βουτιά και χάνεται μέσα σε μια μήτρα αρχέγονη, την ίδια στιγμή που η ανάσα του μετατρέπεται σε έναν υπόκωφο θόρυβο υποβρυχίου, λίγο προτού αναδυθεί ξανά στην επιφάνεια…
Σάββατο πρωί για 3 ώρες, στον Πύργο.
Πανό προεκλογικά και αφίσες με τις φωτογραφίες κάποιων τοπικών αρχόντων αλλά και μερικών πολλά υποσχόμενων νεόκοπων σωτήρων της τοπικής κοινωνίας τους οποίους αγνοώ.
Αραιή συννεφιά και ένα γλυκό αεράκι να ανεμίζει τις λιγοστές πολύχρωμες θλιβερές σημαιούλες που κρέμονται από τους στύλους και τα μπαλκόνια των σπιτιών. Ατμόσφαιρα χαριτωμένη μέσα στην υποτονικότητα και την ανία του επαρχιακού τοπίου.
Ψάχνω parking, μετά από πολύ προσπάθεια παρκάρω έξω από ένα εργαστήριο ζυμαρικών.
«6 αυγά για κάθε κιλό ζυμαρικών κύριε» μου λέει η πωλήτρια…πολλά μου φαίνονται αλλά θα πάρω, έτσι, για να νιώσω την ψευδαίσθηση ότι θα αγοράσω κάτι ντόπιο και αυθεντικό, να πάρω κάτι ως λάφυρο στην σχεδόν αλλόκοτη πατρίδα των βιαστικών alien.
Ένα αυτοκίνητο κορνάρει με πείσμα έξω από το τοπικό ΟΤΕ, ο Κολοκοτρώνης κραδαίνει την χαντζάρα του αγέρωχα απέναντι στην μικρή πλατεία, πυκνό μποτιλιάρισμα έξω από το ψαράδικο του Καπετάνιου, μα αυτά συμβαίνουν και στη δική μου την πατρίδα…μερικοί λογομαχούν δήθεν μπροστά από το Buda live και την πιάτσα των Ταξί.
Μπουκάρω στο ψαράδικο με τη γνωστή αστεία Αθηναϊκή φούρια. Όλα να γίνουν άμεσα, τώρα, αν γίνεται και πριν. Μοιάζω με alien που ήρθε από έναν άλλον κόσμο.
Με εξυπηρετούν με ευγένεια, οι δικοί μου όμως οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί, παίρνω μερικούς σαργούς και φεύγω βιαστικά, δεν βλέπω γύρω μου, σκοντάφτω πάνω σε έναν ηλικιωμένο, σχεδόν τον γκρεμοτσακίζω πάνω σε μια κασέλα με σαρδέλες, δεν ξέρω πως βαδίζετε εσείς εδώ αλλά στη δική μου την πατρίδα έτσι βαδίζουμε, συγνώμη, δεν ξέρω να περπατώ αλλιώς, το ξέρω, εγώ φταίω, εγώ είμαι το βιαστικό Αθηναϊκό alien, δε θα μείνω όμως πολύ σε αυτή τη χώρα, θα πάρω σε λίγο το ιπτάμενο alien αυτοκίνητό μου και θα χαθώ ξανά στην Εθνική Πύργου-Πατρών. Θα πρέπει να έχω άγιο τόσα χρόνια που ενώ κάνω το ίδιο δρομολόγιο παραμένω σώος και αβλαβής σε αυτό το δρόμο με τα τρακτέρ, τα Celica και τις γκαζωμένες τις BMW.
Στην κεντρική πλατεία, μια από τις ομορφότερες πλατείες της Ελληνικής επαρχίας, φυσά ένας άνεμος παλιάς Ελλάδας, σαν να ακούς ακόμα τον Κολοσούρτη να ετοιμάζεται να φορτώσει σταφίδα για το Κατάκωλο, οι ράγες όμως του παλιότερου ελληνικού σιδηροδρόμου έχουν σχεδόν χαθεί μέσα στη λήθη......δύο τρεις συνταξιούχοι κάθονται ράθυμα στο καφενείο, μερικές γυναίκες λένε τα νέα της ημέρας έξω από την Εθνική Τράπεζα, χρόνια ψάχνω τα ίχνη του θρυλικού πύργου του Τσερνωτά στην κεντρική πλατεία μα πάντα πέφτω πάνω στον Άγιο Νικόλαο, στην Αγία Κυριακή, στη Δημοτική Αγορά του Τσίλλερ, στα θορυβώδη ελληνάδικα όπου ξεχαρμανιάζει η νεολαία της περιοχής.…
Δεν μένω άλλο…μπαίνω στο αυτοκίνητο φουριόζος…
Η ελληνική επαρχία όσο με γοητεύει, με ελκύει και με συναρπάζει άλλο τόσο με διώχνει και με απωθεί βίαια…
Σάββατο πρωί στον Πύργο, για 3 ώρες…
...τελικά δεν κατάλαβα αν ήταν λίγο ή πολύ…
Η φωτογραφία από το site του Δήμου Πύργου (www.dimospirgou.gr)