Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό, ανάμεσα σε πολύχρωμες μπάλες, λαμπιόνια, γιρλάντες, μπιχλιμπίδια, αγγελάκια, Barbie, κατρουλίνια-μωρουλίνια, αστεράκια, στις αλά Λας Βέγκας στολισμένες πόλεις μας, με τα φώτα νέον και τα ντεσιμπέλ στη διαπασών;
Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό, ανάμεσα σε καλλίγραμμες cheer leaders ντυμένες Άη Βασίληδες με μίνι φουστίτσες και κόκκινα μποτίνια, ανάμεσα σε Santa Claus με λούτρινες γενειάδες, ρυπαρά ρούχα και με την όψη του ταλαίπωρου βιοπαλαιστή που λέει έχω παιδιά, πιστωτικές κάρτες και δάνεια, τι άλλο να κάνω ο μεροκαματιάρης για να ζήσω;
Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό, ανάμεσα σε λαμπερά κιτς, βαρυφορτωμένα και δήθεν σικάτα ρεβεγιόν, βουτηγμένα μέσα στο γκλίτερ και στο ιλουστρασιόν, ανάμεσα σε πλαστικά ολόφωτα χαμόγελα και σε προκάτ διαθέσεις;
Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό, ανάμεσα στους διαδρόμους των πολυκαταστημάτων, ανάμεσα σε αγχωμένους καταστηματάρχες που προσπαθούν να ρεφάρουν κάπως τα σπασμένα της χρονιάς και σε βιαστικούς καταναλωτές με το Δώρο Χριστουγέννων υπό μάλης, καθώς διαλέγουν δώρα για την μαμά για τον μπαμπά, τη θεία, το θείο, τον γκόμενο, την γιαγιά και τον παππού με το φανελάκι;
Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό, να συνωστίζεσαι στα εξωτικά τα Κουρσεβέλ, στις Βιέννες και στις Αράχοβες της καθώς πρέπει καλοπέρασής μας, μετατρέποντας το πνεύμα των Γιορτών σε Αθηναϊκό σύνδρομο weekend με ολίγην από γιορτινό γκλάμουρ;
Μα που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό;
Δε σου είπαν ότι οι γιορτές του Think Big δεν είναι πλέον για τα μικρά τα καραβάκια αλλά για εκείνα τα τεράστια τα υπερωκεάνια και τα απαστράπτοντα τα κρουαζιερόπλοια;
Καραβάκι, κλείσε τις μπουκαπόρτες, άνοιξε τα πανιά και έβγα στο ανοικτό το πέλαγος…
…το πραγματικό πνεύμα των Γιορτών μάλλον κάπου εκεί τελικά θα το βρεις…
Καλές γιορτές!
Με τη μπλογκόσφαιρα ουδεμία σχέση έχω.
Ουσιαστικά ούτε και blog θεωρώ ότι έχω, γιατί πολύ απλά αυτό εδώ δεν είναι blog, αλλά κάποια αλλόκοτα αποτυπώματα στο ηλεκτρονικό χαρτί, τα οποία κάποια στιγμή ελπίζω ότι θα τα εξαφανίσω.
Δεν είμαι λοιπόν blogger, απλά επισκέπτομαι εδώ και εκεί μερικά blogs σαν την άδικη κατάρα. Τον όρο blogger δεν τον αποδέχομαι, την άδικη κατάρα ευχαρίστως!
Μπαινοβγαίνοντας λοιπόν σε κάποια λίγα blogs, αφιερώνοντας όχι περισσότερο από 10 λεπτά ημερησίως - πράγμα για το οποίο αισθάνομαι βαθύτατες ενοχές - διαπιστώνω ότι όλο και περισσότερα blogs σκάνε μύτη με θέμα τη μαγειρική.
Με ψυχαναλυτικές ερμηνείες δεν θα καταπιαστώ, γιατί ούτε την ψυχανάλυση παραδέχομαι, ούτε και θα κάτσω να ασχοληθώ και με την λεγόμενη blogόσφαιρα (μα καλά δεν είναι αστείος ο όρος;) πέρα των 10 ημερησίων λεπτών, για τα οποία επαναλαμβάνω για να μην ξεχνιόμαστε, νιώθω ενοχές.
Αυτό το οποίο αισθάνομαι πάντως, προσπαθώντας να δώσω μια ερμηνεία με περισσότερο κοινωνιολογικούς και οικονομικούς όρους, είναι ότι, όπως εσχάτως ανακαλύψαμε (;) την ελεύθερη οικονομία στην Ελλάδα, την οποία, από τη μια κατηγορούμε αλλά από την άλλη αυτή εμπιστευόμαστε γιατί αυτή ξέρουμε, έτσι όλο και περισσότεροι πλέον ασχολούνται με τη δημιουργία θεματικών blogs με κεντρικό μοτίβο τη μαγειρική.
Τους κανόνες του λεγόμενου blogging φαίνεται ότι πολλοί γνωρίζουν, τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας όμως ελάχιστοι.
Εάν λοιπόν η αυξημένη προσφορά οδηγεί τις τιμές σε πτώση, άλλο τόσο και η υπέρ-προσφορά μαγειρικών blogs οδηγεί σε πληθωρισμό του συγκεκριμένου είδους, άρα και σε έκπτωσή του. Τίποτε νέο δε βλέπω να κομίζεται πλέον σε ένα χώρο όπου η ελεύθερη έκφραση ιδεών (;) υποτίθεται αποτελεί την πεμπτουσία του μέσου.
Πόσοι μουσακάδες και πόσα παστίτσια, πόσα μπράουνις, πόσες black forest και πόσα τιραμισού μπορεί να χωρέσει αυτό το έρμο το internet και να χωνέψει το ταλαιπωρημένο μας στομάχι; Πόσες παραδοσιακές, μοντέρνες, μεταμοντέρνες, εναλλακτικές, πειραγμένες και προχωρημένες συνταγές μπορεί να αντέξει ο ανθρώπινος εγκέφαλος προτού φωνάξει: ΧΟΡΤΑΣΑ;
Το ίδιο συμβαίνει και στις τηλεοπτικές εκπομπές μαγειρικής. Εκεί όπου το νέο έγινε παλιό, η ανία και η πλήξη πήραν μοιραία τη σκυτάλη και η φαντασία μετατράπηκε σε βαρετή ρουτίνα.
Κάτι περισσότερο νέο; περισσότερο διαφορετικό παρακαλώ;
Βέβαια θα μου πει κανείς και θα έχει και δίκιο, τι κάθεσαι ρε άνθρωπε και ασχολείσαι αφού δε σε ενδιαφέρει ο χώρος;
Η μόνη απάντηση που έχω - και επαναλαμβάνω με ψυχαναλυτικούς όρους δεν καταπιάνομαι ποτέ - είναι ότι αυτό το οποίο τελικά με ενδιαφέρει δεν είναι τι γίνεται στην blogόσφαιρα (αν πω αυτή τη λέξη ξανά θα καταπιώ ένα μαγκάλι κάρβουνα), ή στην τηλεόραση (την οποία αν παρακολουθήσω ξανά πάνω από 10 λεπτά ημερησίως να χορέψω σαν τον αναστενάρη στην πυρά), αλλά πολύ απλά με ενδιαφέρει τι γίνεται σε ένα χώρο προβολής και ανταλλαγής ιδεών όπου εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, αναμασούμε τα ίδια και τα ίδια, πάσχουμε από έλλειψη πρωτοτυπίας και καινοτόμο τρόπο σκέψης και όταν αρπάζουμε μια ιδέα τις δίνουμε να καταλάβει μέχρι να τη σιχαθούμε. Και για να μην παρεξηγηθώ αδίκως, αυτό που με ενοχλεί δεν είναι αυτά καθ΄αυτά τα μαγειρικά blogs, μερικά εκ των οποίων είναι εξαιρετικά, απλά αυτό το οποίο αναζητώ είναι η ύπαρξη καινοτόμων και φρέσκων ιδεών σε κάθε επίπεδο της ζωής.Δυστυχώς εκεί εντοπίζω το πρόβλημα σε αυτή τη χώρα.Η αναφορά στα μαγειρικά blogs γίνεται απλά προκειμένου να διευκολύνει την έκφραση του προβληματισμού μου.Πάντως όσο το οπτικό μου πεδίο θα κατακλύζεται με υποτίθεται «φρέσκιες» ιδέες περί γαστρονομίας, τότε κι εγώ μπορώ φαντάζομαι να συμμετέχω στο παιχνίδι σερβίροντας τηγανιτές αράχνες και φίδια, τα οποία σημειωτέον είναι και εκλεκτός μεζές σε κάποιες περιοχές του πλανήτη.
Η αλήθεια είναι ότι όλο και περισσότεροι (διαδικτυακοί τόποι) ασχολούνται πλέον με τη μαγειρική. Εάν η ιντερνετική ψυχανάλυση αποτελεί τη νέα αστική μας ψύχωση, τότε η ενασχόληση με την (ιντερνετική) μαγειρική είναι ενδεχομένως το alter ego της. Αν μάλιστα η μαγειρική με τη ψυχανάλυση συνδυάζονται και με αναφορές σε ταξιδιωτικούς προορισμούς τότε το μείγμα γίνεται εκρηκτικό και ομολογουμένως πιασιάρικο.
Γνώστης λοιπόν κι εγώ των τεχνικών marketing με ένα τέτοιο θέμα καταπιάνομαι εδώ. Στην πραγματικότητα, ουδεμία σχέση έχω με την ψυχανάλυση, ερασιτεχνική σχέση με τη μαγειρική, ερωτική σχέση με τα ταξίδια. Η πρώτη μου κάθεται στο στομάχι, η δεύτερη ακόμα περισσότερο, ειδικά εάν έχω τσακίσει μια ολόκληρη κατσαρόλα με χιουνκιάρ μπεγεντί, τα ταξίδια όμως αποτελούν τελικά τη μοναδική μου σταθερά.
Φέτος λοιπόν τα Χριστούγεννα, ο συνδυασμός των τριών παραπάνω συνιστωσών θα μεγαλουργήσει.
Χριστούγεννα, Μαγειρική, Ψυχανάλυση κι Αράχοβα ή όπως αλλιώς και με οποιαδήποτε σειρά κανείς επιθυμεί.
Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο στάθηκε μια επικοινωνία με έναν φίλο μου ο οποίος φέτος τα Χριστούγεννα δήλωσε ευθαρσώς ότι ούτε που το διανοείται να επισκεφτεί τη Βιέννη, γιατί λέει βαρέθηκε το Glühwein και τις παραστάσεις στην φημισμένη της Όπερα, γιατί Όπερα στην Αθήνα δεν υπάρχει και κάπου πρέπει να πάει κι αυτός, άλλωστε τη Σκάλα του Μιλάνου έχει βαρεθεί να την επισκέπτεται, ούτε θα ανέβει και προς Αράχοβα μεριά για να κάνει σκι, γιατί λέει ψυχράθηκε με κάτι σελέμπριτις το καλοκαίρι στη Μύκονο και δεν θέλει λέει να τους ξαναδεί στον Παρνασσό ζαλωμένους με όλο τα χειμερινά αξεσουάρ του Κλαουδάτου, ούτε στο Σαμονί και στο Κουρσεβέλ θα καταφύγει γιατί λέει αυτά τα μέρη έχουν γίνει πλέον πασέ κι αυτός έχει ένα class, ούτε και στο Μπάντσκο στη Βουλγαρία θα αποδράσει, γιατί λέει θα πάει εκεί η ξαδέρφη του η Κούλα με πούλμαν από τα Σέρρας, μαζί με τη φίλη της την Τάνια από το Κιλκίς, που θέλει οπωσδήποτε να τον παντρέψει μαζί της, ούτε θα καταφύγει και σε κάποιον εξωτικό προορισμό, τύπου Μαλδίβες, γιατί εκεί πήγε πέρσι και ήταν λέει χάλια. Αφού λοιπόν έψαξε όλο τον άτλαντα και προβληματίστηκε μέσα στο Lonely Planet, αμφιταλαντεύτηκε τελικά μεταξύ Μάτσου Πίτσου και Ινδοκίνας, όμως κατέληξε ότι ο νέος απόλυτος προορισμός των απανταχού in ψαγμένων υψηλόμισθων αστών της υδρογείου είναι τελικά το Βιετνάμ.
Έσκασα από το κακό μου, χτυπήθηκα στα παρκέ, κατάπια τα μανικετόκουμπά μου! Αν είναι ένα μέρος που θα ήθελα να επισκεφτώ είναι το Βιετνάμ, όχι γιατί είμαι κι εγώ ένας in ψαγμένος υψηλόμισθος αστός, την τύχη μου τη μισθοσυντήρητη μέσα, αλλά γιατί αυτά τα μέρη πιστεύω ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να τα προλάβει κανείς πριν από τα McDonald´s.
Για μας τα ντόρτια και οι διπλές και για άλλους οι εξάρες που λένε.
Χριστούγεννα λοιπόν χωρίς την πατροπαράδοτη (αμερικανική) γαλοπούλα στημένη στα τέσσερα με το συμπάθιο, χωρίς την εφιαλτικά προβλέψιμη ανταλλαγή δώρων με τον θείο Στάθη, τη θεία Ελπινίκη, τον Κωστάκη και τη Μαιρούλα, τον Γιαννάκη και τον Λάκη, καθώς και τον παππού με το φανελάκι, με τον Άγιο Βασίλη να περιμένουμε να κατέβει από το καπνισμένο τζάκι φορτωμένος με το καινούργιο Playstation, την Barbie με το ξανθό το ντεκαπαρισμένο το μαλλί, την τσάντα με το καινούργιο μάλλινο πουλόβερ, το πολυπόθητο bonus κι όσα ο παλιός ο χρόνος μας στέρησε λες και μας τα χρωστούσε, με το χαμόγελο μέχρι τον αυχένα να ψάχνουμε στον τηλεφωνικό κατάλογο του κινητού μας κάθε Χριστίνα και Χρήστο με τους οποίους κάποτε ανταλλάξαμε μια καλημέρα για να του ευχηθούμε, χωρίς ούτε καν εκείνη την προκάτ ιλουστρασιόν διάθεση βουτηγμένη μέσα στην αβάσταχτη ελαφρότητα του γκλίτερ κρατώντας ένα φοντάν στο χέρι και προσπαθώντας σώνει και καλά να νιώσουμε γιορτινά.
Πως θα ήταν λοιπόν τα Χριστούγεννα χωρίς γιορτινό τραπέζι και χωρίς μελομακάρονα και κουραμπιέδες;
Χριστούγεννα χωρίς καν τραπέζι μήπως;
Αν λοιπόν έχουμε λύσει όλα μας τα βιοποριστικά προβλήματα και ουσιαστικά ή μη ύπαρξη γιορτινού τραπεζιού γίνεται από…άποψη κι όχι από ανέχεια, τότε προβληματισμοί του είδους: Αράχοβα, Κάτω Πατήσια, ή Βιετνάμ (;), αποκτούν τη δική τους ζωογόνα ελαφρότητα μέσα στην δυσβάσταχτη αστική μας τρέλα.
Ρεβεγιόν λοιπόν με ρύζι βραστό και τηγανητά φίδια σε υπαίθριους πάγκους των δρόμων της Σαϊγκόν;
Γιατί όχι!Υ.Γ.: Ιντερνετική light ψυνανάλυση, με μαγειρικά αποκούμπια και φόντο εξωτική ταξιδιωτική ευζωία, για την ώρα τέλος...
...ε, μη τα λουστώ τώρα στα γεράματα...
Θα μπορούσε να ήταν και δελτίο τύπου αλλά δεν είναι.
Στις 24 Νοεμβρίου ξεκίνησε στον φωτογραφικό χώρο Μαυρομιχάλη 55 στην Αθήνα, η έκθεση φωτογραφίας του γνωστού Τούρκου φωτογράφου Alp Sime με τίτλο «ISTANBULLU».«Istanbullu» κυριολεκτικά σημαίνει κάτοικος της Istanbul ή Κωνσταντινούπολης αν θέλετε, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Όσοι μπορούν να διακρίνουν τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές και να απεγκλωβιστούν από ιστορικές αγκυλώσεις είναι ίσως σε θέση αντιληφθούν τη διαφορά.
Ο Alp Sime εύγλωττα λέει ότι ξεκίνησε να φωτογραφίζει ακριβώς μετά από μια έκλειψη ηλίου και σταμάτησε μετά από την επόμενη. Στο παρελθόν είχα την τύχη να παρακολουθήσω δική του δουλειά η οποία αποπνέεται από μια γλυκιά νοσταλγία, καθώς παρακολουθείς την ασπρόμαυρη, γλυκόπικρη εξιστόρηση μιας αστικής ιστορίας, προσπαθώντας παράλληλα να κατανοήσεις τα παιχνίδια του χώρου και του χρόνου, τα οποία εν πολλοίς ορίζουν τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του και διαμορφώνουν την ταυτότητά του.
Η έκθεση ολοκληρώνεται στις 12 Δεκεμβρίου και πιστεύω ότι αξίζει κανείς να την επισκεφτεί, ειδικά αν είναι λάτρης της φωτογραφίας.
1η Δεκεμβρίου 1893.
Ακριβώς, 113 χρόνια μετά και η ιστορική φράση του Χαρίλαου Τρικούπη στοιχειώνει ακόμα μέσα μας.
«Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!»
Αλήθεια όμως, πότε ακριβώς επλουτίσαμεν;