Τετάρτη 28 Μαρτίου 2007

Dario Moreno!

Ο οικοδεσπότης του παρόντος ιστολογίου, με την ευκαιρία του εορταστικού εκατοστού του άρθρου, αλλά και κατόπιν της συνεχούς και επίμονης απαίτησης του τεραστίου πλήθους των αναγνωστών αλλά και των αναγνωστριών του, για επανάληψη του άρθρου σχετικά με τον διάσημο και ανεπανάληπτο Τουρκο-μεξικανο-σεφαραδίτη Σμυρνιό Dario Moreno, βρίσκεται πλέον στην πάρα πολύ ευχάριστη θέση, καθώς εξασφάλισε σήμερα και σας παρουσιάζει, ένα video-clip του 1966, στο οποίο ο καλλιτέχνης - γέννημα θρέμα αλλά και εκπρόσωπος ενός δημιουργικού κοσμοπολιτισμού - ερμηνεύει, δύο χρόνια πριν τον πρόωρο χαμό του, σε ηλικία μόλις 47 ετών, τη μεγάλη του επιτυχία, «Les mouettes de Mykonos»!!! (...μα αγαπητέ Dario, για την Ψαρού και για το Super Paradise, ούτε λόγος; τς τς τς).

http://www.youtube.com/watch?v=VpnRDC4_zkE&eurl=

Περισσότερες πληροφορίες για τον Dario Moreno, ΕΔΩ

Υ.Γ.: Στη Eurovision αλήθεια, ποια θα ήταν σήμερα η τύχη του συμπαθούς, κατά κόσμον, Davi Arugete (Dario Moreno);

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2007

Εις την Εντατική!

Δύο καθημερινές Ελληνίδες νοικοκυρές - η μία πλέον φανερά ημι-λιπόθυμη και η άλλη προς το παρόν απλά έντρομη - υπό το ψυχολογικό βάρος της συντριβής της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου από την αντίστοιχη ομάδα της γείτονος, της παρατεταμένης λειψυδρίας, της αναστάτωσης στο χώρο της παιδείας, των επενδύσεων των εγχώριων Ταμείων Ασφάλισης σε ομόλογα και άλλα προϊόντα Χρηματαγοράς, αλλά οπωσδήποτε και Κεφαλαιαγοράς, λίγο προτού ξεκινήσουν να βάφουν κόκκινα αυγά, κλείσουν ραντεβού στο κομμωτήριο για την καθιερωμένη Πασχαλινή ξανθή ντεκαπάζ, επιδοθούν σε αναζωογονητικό spa αλλά και μανικιούρ - πεντικιούρ, τρέξουν να προλάβουν να αγοράσουν στην Κρεαταγορά τον οβελία σε λογική τιμή - φέτος μάλλον λένε να προτιμήσουν αμνοερίφιο γάλακτος με υπηκοότητα Βουλγαρική - βγουν για shopping therapy και αγορά του πατροπαράδοτου Πασχαλινού σοκολατένιου αυγού ή και κουνελιού, καθώς και της λαμπάδας για το βαφτιστήρι, κλείσουν εισιτήρια και δίκλινο με θέα σε room to let στην Κέρκυρα και καθαρίσουν χαρωπές και ευτυχισμένες πατσές και έντερα για το παραδοσιακό κοκορέτσι…

…λίγο προτού η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινήσει, το ερώτημα ακόμα πλανάται στον ορίζοντα περιμένοντας απάντηση…

What Ever Happened to (καψερή) Baby Jane?

Υ.Γ.: Οι σύζυγοί τους δυστυχώς αδυνατούν να δώσουν απάντηση, αυτοί οι δύσμοιροι βρίσκονται εδώ και καιρό αναίσθητοι εις την Εντατική...

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2007

Ελλάς – Τουρκία σημειώσατε (μάλλον) Χ


...όταν η ιστορία παίζει τα δικά της τα παιχνίδια…
...κι αν υπήρχε μουσική υπόκρουση στο άρθρο, αυτή δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη, από τη μουσική του Dario Moreno, ο οποίος έκανε θραύση την εποχή εκείνη...

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2007

Ανοιξιάτικη βροχούλα

Λεωφόρος Μεσογείων, κίνηση κι η μουσική από το ραδιόφωνο σαν τον λαθρεπιβάτη δίπλα μου…

Με πήγε πίσω, στο 1981, αρχές ακόμα της εφηβείας όταν μια μέρα δανείστηκα από τον μεγαλύτερό μου ξάδερφο ένα δίσκο βινυλίου τον οποίο είχε αγοράσει με το χαρτζιλίκι του Σαββατοκύριακου.

Εκείνα τα χρόνια το πολιτικό τραγούδι ήταν ακόμα στα πάνω του καθώς το πολιτικό σκηνικό ευνοούσε τη συντήρηση των αναμνήσεων από την αγωνιστική περίοδο των πρώτων μετα-δικτατορικών χρόνων.

Το δισκάκι του ξαδέρφου μου έμοιαζε σαν να είχε βγει μέσα από μια πηγή με γάργαρο δροσερό νερό, ο ήχος αλλιώτικος, ο στίχος πιο φρέσκος, άρχισα να νιώθω μια εγγύτητα με εκείνα τα τραγούδια, πολύ περισσότερη από την μάλλον αδιάφορη για μένα αλήθεια των λεγόμενων πολιτικών τραγουδιών - τα οποία πάντοτε μου προξενούσαν ένα δέος αλλά παράλληλα κι ένα ανεξήγητο άγχος - αν και ήξερα ότι αυτά αποτελούσαν την παρηγοριά και την έμπνευση όσων προσπαθούσαν ή και αγωνίζονταν ενδεχομένως για έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από εκείνον στον οποίον βρίσκονταν.

Η δική μου πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική, την ελπίδα κάποιων εγώ τη βίωνα ως δεκανίκι, το δικό τους όραμα ήταν το δικό μου παρελθόν, το δικό τους μέλλον, μια ομιχλώδη χίμαιρα, εγώ ήθελα να ζήσω σε ένα άλλον κόσμο, μακριά από όλα εκείνα τα επαναστατικά οράματα και τις επιδιώξεις που μου προβάλλονταν ως θέσφατα, αν και την ίδια στιγμή ένιωθα ότι όλα αυτά, δεν ήταν τίποτε άλλο, από απλά μια ευφάνταστη εκδοχή ενός κόσμου με χίλια πρόσωπα.
Εκείνο το απόγευμα, ένιωσα όμως ότι ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μου, το πρόσωπο μιας άλλης πραγματικότητας άρχισε να μου αποκαλύπτεται...
Σαν παράνομο φρούτο άρχισα να γεύομαι εκείνο το δισκάκι του ξαδέρφου...
...Με τις τσέπες αδειανές κι ένα φόβο στην καρδιά
απ’ του κόσμου τις φωνές μες στη γιορτινή βραδιά
σε περίμενα κι απόψε, σαν το μάννα τ' ουρανού
μα ξημέρωσα μονάχος με το φως του αυγερινού.

Ανοιξιάτικη βροχούλα η αγάπη μου η παλιά
στην αγάπη την καινούργια δώρα στέλνει και φιλιά
με το ίδιο το τραγούδι που γυρίζει σιγανά
και ξυπόλητη χορεύει στα σοκάκια τα στενά.

Ανοιξιάτικη βροχούλα μου ψιθύρισε στ’ αυτί
για έναν κόσμο καμωμένο με σοφία κι αρετή
τ’ ουρανού το περιβόλι, μοναχά για μας τους δυο
περιμένει φυλαγμένο στου μυαλού σου το βυθό…

Αφιερωμένο εξαιρετικά (όπως θα έλεγαν και οι παλιοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί), στην Katerina ante Portas που μου το υπενθύμισε με το σημερινό της άρθρο, στην αγαπημένη μου φίλη Magica που μαγειρεύει, στην ανοιξιάτικη βροχούλα που μας δρόσισε, σε όλους όσοι αγάπησαν αυτόν τον δίσκο, αλλά και σ΄εκείνη την ραδιοφωνική παραγωγό της ΕΡΑ2 που μου χάιδεψε τα αφτιά σήμερα το πρωί...
Υ.Γ.: Ασφαλώς από «Τα Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού, ένα από τα διαμάντια της Ελληνικής δισκογραφίας.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007

Γκρο Πλαν

«Τι θα ήθελες να γίνεις παιδί μου όταν μεγαλώσεις;» με είχε ρωτήσει ο πατέρας μου.
«Σκηνοθέτης», του απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο πατέρας εκείνη τη φορά δεν γούρλωσε τα μάτια του απορημένος.
Είχε ακούσει από το στόμα μου κι άλλα τέτοια...ανορθόδοξα, άλλοτε του έλεγα ότι ήθελα να γίνω αστροναύτης, άλλοτε πολεοδόμος, κάποια άλλη φορά ενδοκρινολόγος κτηνίατρος και μάλλον είχε συνηθίσει.
«Καλά, θα αλλάξεις γνώμη όταν μεγαλώσεις», μου είχε μόνο πει καθησυχαστικά, γιατί εδώ που τα λέμε για τους περισσότερους γονείς και δη για τους Έλληνες της μετα-εμφυλιακής περιόδου, οι οποίοι κουβαλούσαν μνήμες ή και εμπειρίες από πολέμους, κακουχίες και ανασφάλεια, η ιδέα να ασχοληθεί το παιδί τους με κάτι το οποίο δεν δημιουργούσε την παραμικρή αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας για το μέλλον, τους γέμιζε με άγχη, σκοτούρες αλλά και αμφιβολίες του είδους: «μα τελικά τι έκανα λάθος ο δόλιος ο γονιός;»
Στην πορεία, ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός άρχισε να βρίσκει το δρόμο του κι εγώ να χάνω τον δικό μου, καθώς διαπίστωνα ότι τελικά ούτε την ίδια μου τη ζωή δεν ήμουνα σε θέση να σκηνοθετήσω όπως οραματιζόμουνα μικρός - βέβαια για βοηθός Διευθυντή Φωτογραφίας καλά τα πήγαινα - με αποτέλεσμα, περισσότερο και από τις καλλιτεχνικές μου αναζητήσεις να υπερισχύσει, ευτυχώς για πολλούς και σίγουρα ευτυχώς και για μένα, το πρακτικό μου μυαλό και η ορθολογική μου σκέψη.
Έτσι, η έβδομη τέχνη έχασε έναν νέο επίδοξο Κουροσάβα και τα έρμα τα ζωάκια έσωσαν το τομάρι τους από τα χέρια ενός μάλλον ευφάνταστου ενδοκρινολόγου κτηνιάτρου με ανησυχίες σκηνοθετικές.
Η αγάπη όμως για την τέχνη του κινηματογράφου δεν μπόρεσε ποτέ να συνθλιβεί από τις συμπληγάδες μιας on road τελικά ζωής.

Σκηνοθέτης μπορεί ευτυχώς να μην έγινα, σινεφίλ όμως σίγουρα.
Η πρώτη μου πάντως επαφή με το πανί ήταν σε ηλικία 3-4 ετών, κάπου στο χάραμα της δεκαετίας του '70, όταν η μάνα μου είχε την φαεινή ιδέα να πάρει μια φίλη της, την αδερφή μου και εμένα και να πάμε όλοι μαζί να δούμε την No 1 ταινία - ένα μελό δηλαδή - του box office της εποχής.

Στα μισά της ταινίας είχα σκάσει από το κλάμα, η μάνα μου μας πήρε άρον άρον, την αδερφή μου από το μανίκι κι εμένα αγκαλιά - η φίλη της είχε δει τα σκούρα από νωρίς και την είχε κάνει κλέφτικα - και μπαίνοντας στο λεωφορείο της γραμμής κατευθυνθήκαμε για το σπίτι.
Θυμάμαι καλά ότι αντί να φάω της χρονιάς μου για το χουνέρι, έφαγα τελικά μαλλί της γριάς, ενώ η αδερφή μου έμεινε νηστική γιατί είχε θυμώσει που δεν μου έριξε η μάνα μου ένα γερό μπερντάκι ξύλο για την αποτυχημένη απογευματινή μας έξοδο.
Στην πορεία της ζωής μου έχω παρακολουθήσει αμέτρητες ταινίες, με άλλες γέλασα, με άλλες έκλαψα, με άλλες εξοργίστηκα, με άλλες ενθουσιάστηκα και με αρκετές άλλες με πήρε ο βαθύς ο ύπνος.

Με την ευκαιρία λοιπόν της πρόσκλησης την οποία μου έκαναν οι φίλοι:


  • Magica, η αγαπημένη κυβερνομαγείρισσα,
  • Κατερίνα ante portas
  • (άλλο μου είπε, άλλο έκανα),
  • Ο Χρήστος του Πύργου

  • απαριθμώ κι εγώ 10 αγαπημένες μου ταινίες (μάλλον έχω ξεχάσει άλλες τόσες):

    1. «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέην;» (What Ever Happened to Baby Jane?) του 1962, γιατί λατρεύω τα film noir, γιατί είναι ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ και γιατί στο έργο αυτό συνυπήρξαν δυο μεγάλες ντίβες της 7ης τέχνης, η Μπέτυ Ντέιβις και η Τζόαν Κρόφορντ.
    2. «Farinelli» του Gerard Corbiau, για τη φοβερή κινηματογραφική αίσθηση, για τη μουσική, αλλά και για την τραγική ιστορία. (Εδώ που τα λέμε δεν είναι και λίγο πράγμα να σου τα κόβουν).
    3. «La Vita é bella», γιατί η ζωή είναι όντως όμορφη, γιατί έκλαψα, γέλασα, για τον τρελο-Μπενίνι οπωσδήποτε, αλλά και για την θαυμάσια μουσική του Πιοβάνι.
    4. «Ο καιρός των Τσιγγάνων» του Κουστουρίτσα, για την υπέροχη φωτογραφία και για την μοναδική μουσική του Μπρέγκοβιτς που μας έκανε να ανακαλύψουμε την μουσική των Βαλκανίων.
    5. «Frida», της Julie Taymor, για την υπέροχη κινηματογράφηση, για την έκρηξη των χρωμάτων και για την συγκλονιστική ιστορία της μοναδικής Frida Kahlo.
    6. «Pulp Fiction», γιατί είναι Ταραντίνο κι αυτό από μόνο του αρκεί!
    7. «Sweet Movie», του Dusan Makavejev, του 1974, για την μουσική του Χατζιδάκι και γιατί απλά η ταινία είναι πανέμορφα kinky!
    8. «Μια ζωή την έχουμε», του Γιώργου Τζαβέλα, του 1958, γιατί όντως, που να πάρει, μια ζωή την έχουμε, αλλά και για εκείνο το υπέροχο λογιστικό λάθος των 1.101.101,10 δραχμών...
    9. «Θου Βου, Φαλακρός Πράκτωρ, Επιχείρηση Γης Μαδιάμ», του 1969, για τον Βέγγο ρε γαμώτο!
    10. «Περιφρόνα με γλυκιά μου», με τους Νίκο Ξανθόπουλο και Μάρθα Βούρτση, γιατί πιο πάνω κι από τις ερμηνείες, το στόρυ ήταν τελικά όλα τα λεφτά:

    Ο Νώντας έχει μεγαλώσει στο λιμάνι, μόνος και ορφανός. Θα γνωρίσει την όμορφη Φωτούλα και θα την ερωτευθεί, αλλά δεν θα τολμήσει να πει σε κανέναν για τον έρωτά του, γιατί είναι πάμφτωχος και γιατί η Φωτούλα είναι αρραβωνιασμένη με τον Βαγγέλη. Στον μόνο που θα μιλήσει είναι ο γέρο-μπουφετζής, ο κυρ-Σταμάτης, τον οποίο βοηθάει. Ο κυρ-Σταμάτης μιας και πέρασαν τα χρόνια του και επειδή ξέρει ότι ο Νώντας είναι καλό παιδί, θα του μεταβιβάσει το κυλικείο που έχει. Ο Νώντας θα ανακαλύψει ότι ο Βαγγέλης είναι απατεώνας, αλλά πάλι δεν θα μιλήσει σε κανέναν. Η έκρηξη μιας φιάλης υγραερίου στο σπίτι, θα τυφλώσει την Φωτούλα και ενώ ο Βαγγέλης θα εξαφανιστεί από τη ζωή της, ο Νώντας θα της παρασταθεί μένοντας συνεχώς κοντά της!

    Πετάω την μπάλα στον αέρα κι όποιος την πιάσει...

    Πέμπτη 15 Μαρτίου 2007

    Ύπνος βαθύς

    Ουφ, κουράστηκα…
    Διαδηλώσεις, εκπαιδευτικά συλλαλητήρια, κομμωτήριο, shopping, ψάξιμο σκουπιδιών και φασαρία, πολύ φασαρία και φωνές…
    …μα κι αυτοί οι άνθρωποι, δεν πετούν πια τίποτα, έχουν σφίξει το ζωνάρι…
    …με δύο τρία σάπια φρούτα πώς να χορτάσω η δόλια η σαρκοφάγα;
    Ας ρίξω έναν υπνάκο καλύτερα, όταν κατακαθήσει ο κουρνιαχτός παρακαλώ ξυπνήστε με!

    Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007

    Ανεμομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα

    Απόγευμα Παρασκευής, χωμένος μέσα στη ζεστασιά του χοντρού αντιανεμικού μου μπουφάν, διέσχισα τον κεντρικό δρόμο λίγο προτού μπω μέσα στο dvd club της γειτονιάς μου. Κατέβηκα στο υπόγειο, εκεί όπου βρίσκει κανείς ταινίες από το Μπαγκλαντές, τη Δυτική Σαχάρα, την μακρινή Ναμίμπια κι ακόμα hardcore τσόντες και σκονισμένες βιντεοταινίες της δεκαετίας του '80 σε dvd, μα καθώς διάβαζα το σενάριο μιας πολυβραβευμένης ταινίας από την Μποτσουάνα, αλληθωρίζοντας παράλληλα προς ένα dvd με τίτλο: «Διαμπερή και Ευρύχωρα», χτύπησε το κινητό μου τηλέφωνο και χωρίς να κοιτάξω τον αριθμό απάντησα μηχανικά.
    - «Καλησπέρα», ακούστηκε μια μεστή γυναικεία φωνή με ένα πολύ χαρακτηριστικό επαρχιακό αξάν.
    - «Καλησπέρα», απάντησα ευγενικά.
    Αμέσως κατάλαβα ότι θα μου ζητούσαν και πάλι την Κική την κομμώτρια από τα Γρεβενά, όπως γίνεται τον τελευταίο χρόνο τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα. Από την πρώτη κιόλας φορά είχα διευκρινίσει ότι αυτός ο αριθμός ανήκε πλέον σε μένα κι εγώ σε καμία περίπτωση δεν ήμουν ούτε Κική αλλά ούτε και κομμώτρια, αλλά και παρεμπιπτόντως την τελευταία φορά που επισκέφτηκα εκείνη τη συμπαθή πόλη της Δυτικής Μακεδονίας ήταν όταν ακόμα ζούσαμε τα πέτρινα - προ Shake it - χρόνια του διαγωνισμού της Eurovision στη χώρα μας. Υπήρξαν φορές κατά τις οποίες παρά λίγο να ξεχάσω το ύφος του νεόκοπου ευγενούς μεγαλοαστού το οποίο με μεγάλο κόπο και πολύ προσπάθεια καλλιεργώ μάλλον μάταια τα τελευταία χρόνια και μόλις και μετά βίας δεν διολίσθησα στο ατόπημα της χρήσης μη κόσμιων εκφράσεων, με άλλα λόγια γλώσσα λιμανίσσια, αποκαλύπτοντας τις λούμπεν καταβολές και τις λαϊκές μου ρίζες. Εκείνο το βράδυ όμως κάτι με έσπρωχνε να μιλήσω περισσότερο με εκείνη την άγνωστη γυναίκα και να μην σταματήσω στο ειρωνικό: «Λυπάμαι πολύ, δεν γνωρίζω την Κική την κομμώτρια κι εδώ δεν είναι Γρεβενά αλλά το κοσμικό Κολωνάκι».
    Στην πραγματικότητα, δεν είχα νιώσει την ανάγκη να επιδιώξω κάποια καινούργια γνωριμία και μάλιστα μέσω τηλεφώνου - αυτός ο τρόπος είναι άλλωστε παρωχημένος, για τέτοιες πλέον, έκτακτες, ανάγκες, υπάρχει το διαδίκτυο - ούτε ένιωθα μοναξιά, καθώς σε λίγη ώρα περίμενα στο σπίτι φίλους για να παίξουμε trivial persuit, να δούμε dvd και να παραγγείλουμε σούσι, εμπειρία ομολογουμένως άκρως αφροδισιακή, ανώτερη ακόμα κι από την ηδονική αποχαύνωση που προσφέρει ένας φρέντο κάραμελ μακιάτο ντάλα μεσημέρι στην Ψαρού της Μυκόνου, τη στιγμή που μαζί με σένα καψαλίζονται στον ήλιο χιλιάδες άλλοι μπρονζέ ιδρωμένοι εγχώριοι σελέμπρις ή έστω μια απόλαυση ανώτερη κι από να λιώνεις το σολόδερμα των ακριβών σου παπουτσιών κάνοντας shopping therapy στα City Link και στα The Mall της πρωτεύουσας. Τότε, και καθώς αμφιταλαντευόμουνα εάν θα έπρεπε να συνεχίσω την συνομιλία ή εάν θα έπρεπε ευγενικά να την στείλω στα τσακίδια, συνειδητοποίησα ότι η άγνωστη της αντίπερα γραμμής είχε κι αυτή διάθεση για κουβέντα κι έτσι άρχισα να ενεργοποιώ εκείνο το χαρακτηριστικό μου μελίρρυτο στυλ, σε συνδυασμό με ένα ιδιότυπο ύφος δαρμένου σκυλιού, ποντάροντας στην συμπάθεια της γυναίκας εκείνης, την οποία ουκ ολίγες φορές είχα αποπάρει.
    Με προσποιητή λοιπόν αμηχανία της ζήτησα ευγενικά να μου πει με ποιο τρόπο θα μπορούσα να της φανώ χρήσιμος.
    - «Την Κική την κουμώτρια θέλου παληκάρ' μ», μου ζήτησε σχεδόν εκετευτικά, σε σημείο που ένιωσα ότι ακόμα και εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού για διακοπές στον μαγικό Καϊάφα για λουτροθεραπεία και λασπόλουτρα ή έστω μια θέση για το Super Deal του Φερεντίνου να ζητούσε, λιγότερο παρακλητική θα μου ακούγονταν.
    - «Αυτή τη στιγμή ξέρετε βρίσκομαι με την Κική, είμαι ο αμπιγιέρ της», ξεστόμισα αυθόρμητα, προκαλώντας έκπληξη ακόμα και σε μένα με αυτά που έλεγα...«δεν μπορεί να σας μιλήσει αυτή τη στιγμή, μου πατάει δύο-τρεις ανταύγειες στην φράντζα και μια ντεκαπάζ στους κροτάφους, όταν θα τελειώσει θα της αφήσω μήνυμα να σας πάρει».
    - «Θα μπορούσ' να με δεχτεί αύριου; να ΄ρθω απ΄αυτού;» με ρώτησε.
    - «Ασφαλώς, θα χαρούμε πολύ, η Κική πλέον έχει ανοίξει το δικό της κομμωτήριο, το Γκαλερί ντε Κουαφίρ στο Κολωνάκι», ανταπάντησα.
    - «Στου Κουλουνάκι;» με ρώτησε.
    - «Ναι, ναι στο Κολωνάκι, μου λέτε παρακαλώ το όνομά σας να το σημειώσω; Η Κική μπορεί αύριο κατά τις 2 το μεσημέρι, να κλείσουμε το ραντεβού;»
    - «Του Κίτσου η Μάνα είμαι παληκάρ΄ μ΄, ξέρ΄ η Κικίτσα».
    Έκλεισα το τηλέφωνο βιαστικά, ένιωσα να παγώνουν οι αρτηρίες, οι φλέβες, οι μύες και κυρίως η καρδιά μου...ώστε του Κίτσου η Μάνα ήταν αυτή που με ενοχλούσε τόσο καιρό ζητώντας μου την Κική την κομμώτρια;
    Έπρεπε κάτι να κάνω, ο εκδότης μου στο εβδομαδιαίο περιοδικό κοσμικού ενδιαφέροντος, «Ανεμομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα» - στο οποίο σημειωτέον δουλεύω περιστασιακά ως αρθρογράφος, συμπληρώνοντας το πενιχρό μου εισόδημα από τη βασική μου δουλειά ως κονφερασιέ σε επαρχιακό στριπτιτζάδικο - μου ζητούσε επιτακτικά να πάρω επιτέλους μια συνέντευξη από ένα σημαντικό πρόσωπο, διαφορετικά θα διέκοπτε τη συνεργασία μαζί μου, καθώς τα οικονομικά του περιοδικού πήγαιναν κατά διαόλου, το κόστος παραγωγής είχε ανέβει επικίνδυνα και τα κέρδη από τις πωλήσεις δεν έφταναν να καλύψουν ούτε τις αμοιβές των καθαριστριών της επιχείρησης.
    Για μένα αυτή ήταν μια ανεπανάληπτη ευκαιρία την οποία έπρεπε να πιάσω από τα μαλλιά. Την τελευταία φορά που επιχείρησα να πάρω συνέντευξη από ένα σημαντικό πρόσωπο, σημειώνοντας παταγώδη αποτυχία, ήταν με την Τσιτσιολίνα...από τότε δεν είχα μούτρα να δω τον εκδότη μου κι εκείνος με τη σειρά του και με το δίκιο του βεβαίως, δεν είχε λόγο να μου παραχωρεί περισσότερο χώρο στο περιοδικό, περικόπτοντας το εβδομαδιαίο μου δίστηλο σε μονόστηλο προς γνώση αλλά και συμμόρφωση. Έπρεπε λοιπόν να βρω έναν τρόπο προσέγγισης του διάσημου προσώπου, καθώς η ιδιότητα του ρεπόρτερ στο αξιόλογο αλλά παντελώς άγνωστο περιοδικό «Ανεμομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα» θα δημιουργούσε μια ομολογουμένως δικαιολογημένη καχυποψία από τη διασημότητα σε βαθμό που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια τη συνέντευξη εάν βέβαια μπορούσα να κλείσω μία τέτοια.
    Το απλοϊκό μου σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Από το κινητό μου βέβαια δεν γινόταν να την πάρω καθώς αυτό το γνώριζε και θα ήταν δύσκολο να την πείσω ότι εκτός από αμπιγιέρ κομμώτριας είμαι και ρεπόρτερ, ούτε το σταθερό μου μπορούσα να χρησιμοποιήσω γιατί θα έτσι θα καρφωνόμουνα επικίνδυνα, άνοιξα το δεύτερο κινητό μου, όμως η μπαταρία είχε πέσει, βρήκα το τρίτο, δεν είχα ανανεώσει τον χρόνο ομιλίας, άρπαξα βιαστικά το τέταρτο, εκείνο το οποίο είναι τόσο αρχαίο ώστε ούτε με bluetooth δεν είναι συμβατό και τότε καθώς μου πέρασε αστραπιαία από το μυαλό ότι τόσα τηλέφωνα μου είναι εντελώς άχρηστα κι ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να τα συγκεντρώσω όλα σε ένα νοικοκυρεμένα, πληκτρολόγησα τον αριθμό του τηλεφώνου της και συστήθηκα ως ελληνοαμερικάνος ρεπόρτερ από το περιοδικό, «24 ΗTWHGN», δηλαδή το «24 Hours Third World Hot Gossip News», ώστε να την εντυπωσιάσω. Της τόνισα δε, ότι θα ήταν ιδιαίτερη τιμή για το περιοδικό μας να προβάλουμε μια προσωπικότητα όπως αυτή και προσπαθώντας να γίνω περισσότερος πιστευτός ως ελληνοαμερικάνος αλλά και ποντάροντας στην έλλειψη γνώσεων από μέρους της, καθώς το έντονο επαρχιακό της αξάν και το κάπως πριμιτίφ του χαρακτήρα της, όπως μπορούσα βέβαια να διαγνώσω, με προδιάθετε για έλλειψη μόρφωσης από μέρους της, ξεστόμισα μεταξύ διαφόρων ασυνάρτητων νεολογισμών και μερικά σέξυ μάδερ φάκερ, ένα σαν οβ ε μπιτς, δυο-τρία μπλάντυ μπάσταρντ, μουρμούρισα και δύο στροφές από την ιτιά τη λουλουδιασμένη ώστε να φανώ αρκούντως πατριώτης - άλλωστε στου Κίτσου τη Μάνα απευθυνόμουν κι όχι σε κοσμική κυρία της Εκάλης - και κατόπιν έκλεισα το τηλέφωνο φανερά ικανοποιημένος για το ραντεβού που είχα καταφέρει να κλείσω για την επομένη κατά τη μία το μεσημέρι, που αλλού βέβαια, στο Κολωνάκι.
    Η επόμενη δεν άργησε να έρθει. Ντύθηκα από την κορφή μέχρι τα νύχια με Salvatore Ferragamo, προσέχοντας ιδιαίτερα το χρώμα της γραβάτας μου ώστε να συνδυάζεται άψογα με το μπλουκ μπλακ κουλ γουλ κοστούμι μου με διακριτικό εξώραφο στο πέτο, μια μικρή παρασπονδία έκανα μόνο στο εσώρουχο καθώς αυτό ήταν Μινέρβα - δώρο μιας θείας μου η οποία συνηθίζει να κάνει συνήθως δώρα χρηστικά στους αγαπημένους της - σκεπτόμενος ότι κανείς δεν θα με έψαχνε στα απόκρυφα μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας, φόρεσα ένα ζευγάρι γυαλιά με ακριβό σκελετό αλλά με φακούς σκέτα τζάμια, ώστε να πείσω για το σοφιστικέ μου ύφος και βιαστικά κατέβηκα από το διαμέρισμα που είχα νοικιάσει πριν από μερικούς μήνες στην Τσακάλωφ. Στάθηκα για λίγο στο Ντα Κάπο να πιω ένα καφέ και να πάρω δυνάμεις, μετά από προσπάθεια βρήκα ένα μικρό τραπέζι στην γωνία του δρόμου, πιστεύοντας ότι αφού κατάφερα να βρω να κάτσω στο πιο cosy καφέ της Αθήνας μέρα μεσημέρι, τότε η τύχη μου μπορεί να άλλαζε και ίσως να ήμουν εγώ ο επόμενος τυχερός του τζακπότ στο Τζόκερ, το οποίο βέβαια δεν θα αμελούσα να παίξω με την πρώτη ευκαιρία.
    Αφού ήπια μια ρουφηξιά espresso, η οποία μόλις που κατάφερε να βρέξει τις αμυγδαλές και την αριστερή φωνητική μου χορδή, συνειδητοποίησα ότι αυτή η πρώτη ρουφηξιά ήταν και η τελευταία και τότε έκανα ένα νεύμα στο γκαρσόν, όχι γιατί είχα λεκιαστεί, αλλά για να παραγγείλω έναν irish coffee που ήταν και πιο χορταστικός, μα προτού όμως φτάσει το γυάλινο ποτήρι με τον ιρλανδέζικο, διέκρινα μια λεπτή φινετσάτη γυναικεία φιγούρα να κατεβαίνει από την Πατριάρχου Ιωακείμ κρατώντας στα χέρια της μια τσάντα με παπούτσια από την Καλογήρου. Η γυναικεία μορφή με γοργά βήματα, προσπερνώντας έναν οδηγό αυτοκινήτου SUV, ο οποίος αφού πρώτα της φώναξε: «άντε χάσου μωρή κλώσα», κατόπιν την μούντζωσε με το ένα του χέρι γιατί με το άλλο κρατούσε το 3G κινητό του καθώς η κυρία είχε τολμήσει προφανώς να διασχίσει τη διάβαση πεζών, ήρθε και στάθηκε μπροστά μου κάνοντάς μου ένα χαριτωμένο νεύμα με το Μαντάμ Φιγκαρό το οποίο κρατούσε στο άλλο της χέρι, καθώς με είχε αναγνωρίσει από το Salvatore Ferragamo μπλου μπλακ κουλ γουλ κοστούμι με το εξώραφο στο πέτο, το οποίο της είχα περιγράψει ότι θα φορούσα την προηγούμενη ημέρα από το τηλέφωνο.
    Αμέσως σηκώθηκα ευγενικά και αφού πλήρωσα με βαρύ πόνο τον irish coffee από τον οποίο δεν είχα πιεί ούτε μια γουλιά, περάσαμε την πλατεία Κολωνακίου από το φανάρι κι όχι από τη διάβαση πεζών, καθώς εκείνη την ώρα διακρίναμε πολλά SUV στο δρόμο, κατηφορίσαμε την Κανάρη, βγήκαμε στην Βασιλίσσης Σοφίας και περπατήσαμε μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία όπου θα δίνονταν η συνέντευξη, αφού όμως πρώτα ως τζέντλεμαν της πρόσφερα ένα ματσάκι με κίτρινες τουλίπες τις οποίες είχα αγοράσει πρώτα από τα λουλουδάδικα της Βουλής.
    Στη Μεγάλη Βρετανία καθίσαμε στο κομψό καφέ του ισογείου και αφού διάλεξα ένα κεντρικό τραπέζι ώστε να με βλέπουν όλοι, καθώς μια συνέντευξη με του Κίτσου τη Μάνα ενδεχομένως να ανέβαζε τις μετοχές μου και να κατάφερνα επιτέλους να πάρω μεταγραφή για μεγαλύτερο σε κυκλοφορία περιοδικό, ίσως και για την τηλεόραση, ποιος ξέρει μπορεί να έπαιρνα τελικά και τη δική μου εκπομπή ξεκινώντας ενδεχομένως έστω και από τη μεσημεριανή ζώνη, έβγαλα το κασετοφωνάκι της ηχογράφησης μαζί με ένα κουτάκι μαστίχες Χίου χωρίς ζάχαρη που μου είχαν δώσει προσφορά το πρωί από τον Βασιλόπουλο μαζί με ένα πρεβιοτικό γιαούρτι που είχα αγοράσει για την δυσπεψία, εξαιτίας του τηγανητού μπακαλιάρου με σκορδαλιά που είχα φάει το προηγούμενο βράδυ.
    Του Κίτσου η Μάνα αφού είχε χαλαρώσει κι αυτή μέσα στη μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα και ρίχνοντάς μου ένα διαπεραστικό βλέμμα, με έκανε να νιώσω έναν έντονο ηλεκτρισμό, καθώς διέκρινα αμυδρά πίσω από τα μεγάλα Fendi γυαλιά της τα δύο υπέροχα αμυγδαλωτά της μαύρα μάτια, έναν ηλεκτρισμό ίδιο με εκείνον που είχα κάποτε νιώσει ακούγοντας τον Μανόλη Αγγελόπουλο να ερμηνεύει ένα τραγούδι με το ίδιο ακριβώς θέμα.
    Η συνέντευξη είχε κιόλας αρχίσει, η Μάνα του Κίτσου με μια ανάλαφρη κίνησή της ακούμπησε την χρώματος καρπουζί Hermes τσάντα της πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα ακριβώς από το δωρεάν πακετάκι με τις μαστίχες Χίου χωρίς ζάχαρη, άναψε ένα άφιλτρο τσιγάρο Έθνος με έναν παλιό συλλεκτικό zippo και με την βαριά μπάσα φωνή της που περιέκλειε όλη τον αχό ενός ορμητικού ποταμιού πριν από την εκβολή του, όλη την βαριά βουκολική χλαπαταγή του βουνού και του λόγγου, όλη την εκκωφαντική γαλήνη του λαγκαδιού και της ραχούλας της Ελληνικής υπαίθρου, σταύρωσε τα πόδια ως άλλη Σάρον Στόουν στο Βασικό Ένστικτο, αντανακλώντας βαθιά μέσα στους έκθαμβους αμφιβληστροειδείς μου δύο υπέροχα μακριά πόδια με πρόσφατη χαλάουα κι ένα μικροσκοπικό κόκκινο δαντελωτό Victoria's Secret εσώρουχο με μια ροζ σομόν καρδούλα στο επίμαχο σημείο.
    - «Μεγάλη μου τιμή που δεχτήκατε να μου παραχωρήσετε μια συνέντευξη Μάνα του Κίτσου...» της είπα με υγρά σαλιωμένα χείλη καθώς θύμιζα γλοιώδη λούμπεν τσανακογλείφτη, «...μια απορία έχω όμως, είναι αλήθεια ότι εδώ και πολλά χρόνια κάθεστε στην άκρη στο ποτάμι το μαλώνετε και το πετροβολάτε, του λέτε 'ποτάμι για λιγόστεψε ποτάμι γύρνα πίσω';».
    - «Μα τι θυμηθήκατε τώρα αγαπητέ...η αλήθεια όπως πάντα βρίσκεται κάπου στη μέση...Ήμουν αρκετά νέα και φιλόδοξη τότε, είχα όνειρα, ήθελα να κατακτήσω βλέπετε τον κόσμο, ζούσα όμως μια ουτοπία, νόμιζα ότι το ποτάμι μπορεί να γυρίσει πίσω με πέτρες και λόγια βαριά, με άνισους αγώνες που εκπορεύονταν από οράματα και ιδανικά νεανικά. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι κανένα ποτάμι δεν γυρνάει πίσω, αυτή είναι η φυσική ροή της ζωής, αυτή είναι η μόνη μεγάλη επαναστατική αλήθεια που μπόρεσα με μεγάλο ψυχικό κόστος να καταλάβω και να αποδεχτώ».
    - «Ήσασταν λοιπόν ένας άνθρωπος κοινωνικά ευαισθητοποιημένος και επαναστατημένος στα νιάτα σας…»
    - «Θα μπορούσατε να το πείτε κι έτσι με βάση τους συμβατικούς ορισμούς που συνηθίζουμε να δίνουμε σε όρους επανάσταση κι ανατροπή...δεν έκανα όμως κάτι παραπάνω από όσα οφείλουμε να κάνουμε όλοι μας ως σκεπτόμενα όντα, οι ανατροπές είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ζωής, οι ανατροπές είναι η μοναδική σταθερά μέσα σε μια φαινομενικά συμπαντική ακινησία. Η ίδια η ζωή φίλτατε με τις ανατροπές της, αυτή η αδιάλειπτα ρέουσα δύναμη είναι η μοναδική πασιονάρια, η μόνη ουσιαστικά μαχητική Ρόζα Λούξεμπουργκ από καταβολής κόσμου, μα κι ο μόνος πραγματικός ανατροπέας, ο μόνος ριζοσπαστικός Τσε δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον χρόνο».
    - «Αυτή όμως δεν είναι μια μοιρολατρική αντιμετώπιση της ζωής; Το ποτάμι μπορεί να μην γυρίζει πίσω αλλά μπορούμε νομίζω να αλλάξουμε τη ροή του, άλλωστε οι απανταχού επαναστάτες και αναμορφωτές της ιστορίας, αυτοί που προσπαθούν να αλλάξουν την ροή των πραγμάτων, καθώς οραματίζονται ένα καλύτερο και δικαιότερο κόσμο, δεν τους αρμόζει φαντάζομαι απλά ο ρόλος του δευτεραγωνιστή μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, όπως ενδεχομένως υπαινίσσεστε»
    - «Κάθε άλλο αγαπητέ, αυτοί αποτελούν φωτεινά παραδείγματα για όλους εμάς που προσπαθούμε ο καθένας, με τις μικρές ή τις μεγάλες του δυνάμεις, να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο, αν κι αυτό το καλύτερο έχει για τον καθένα διαφορετική έννοια ξέρετε...πάντως ως μεγαλύτερη σε ηλικία και περισσότερη έμπειρη θα σας πρότεινα να μην πιστεύετε τόσο εύκολα όσα λέει η ιστορία, η ιστορία από μόνη της είναι ένα καπρίτσιο της ίδιας της ζωής, είναι το καθημερινό της super deal με κερδισμένη πάντοτε την ίδια, εμείς απλά προσπαθούμε να την ξεγελάσουμε, καμιά φορά τα καταφέρνουμε αλλά δεν είμαστε εμείς που έχουμε ούτε το γενικό πρόσταγμα ούτε τον τελευταίο λόγο κι αυτά δυστυχώς είναι που κάνουν τους ανθρώπους να την μάχονται καθημερινά, τους πέφτει κάπως βαρύ να τους παίρνει κάποιος άλλος τα πρωτεία».
    Σε αυτό το σημείο η συνέντευξη άρχισε να παίρνει μια τροπή την οποία δεν μπορούσα να ελέγξω, του Κίτσου η Μάνα θύμιζε ένα ενεργό ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, έμοιαζε με χείμαρρο ορμητικό. Όλες πλέον οι ερωτήσεις που είχα προετοιμάσει έμοιαζαν μετέωρες, μόνο μερικές από αυτές προσπάθησα να ξεστομίσω, ερωτήσεις ας πούμε για το ζώδιο της - ήξερα ότι ήταν Ζυγός με ωροσκόπο στον Αιγόκερω - για τον ανάδρομο Ερμή, για τα τηλεοπτικά δρώμενα και για τα τεκταινόμενα στην εγχώρια show biz, για τα κοσμικά γεγονότα του Κολωνακίου, για τα reality shows, για το δέκατο πρωτάθλημα του Θρύλου και την χαρακτηριστική πλέον δυστοκία του στα ευρωπαϊκά ματς, για τις καινούργιες τάσεις στην μόδα και ασφαλώς για την Eurovision και τα φετινά προγνωστικά.
    Αντ΄αυτού, του Κίτσου η Μάνα μου μιλούσε για την ηθική πτώση του σύγχρονου ανθρώπου, για την εποχή της αφθονίας, για τον ξεπεσμό της καταναλωτικής μας κοινωνίας, κάποια στιγμή καταπιάστηκε και με άρθρο 16, αργότερα συνέχισε και με το άρθρο 17, το 18, το 19, νομίζω σταμάτησε στο 24, μιλήσαμε για την κρίση στην παιδεία μας, για το έλλειμμα πολιτισμού, για τις ανατροπές, τις μεταρρυθμίσεις, τις αναθεωρήσεις.
    Οι απαντήσεις της αποστομωτικές, καίριες, έπεφταν σαν καταπέλτης, σαν κοφτερή λεπίδα γκιλοτίνας μπροστά μου. Στο άρθρο 16 ξεσπάθωσε...
    - «Αν οι οποιεσδήποτε αναθεωρήσεις των όποιων άρθρων του όποιου Συντάγματος αγαπητέ, οδηγούν στην εξαργύρωση των νεανικών ονείρων με ένσημα του ΙΚΑ, με μια πενιχρή σύνταξη η οποία δεν θα φτάνει ούτε για τα σάβανα, εάν οδηγούν σε ευφάνταστους τίτλους Senior Μanager σε μια αγορά μισθωτής παρακμής, αν η οποιαδήποτε δωρεάν ή επί πληρωμή παιδεία οδηγεί στην κατακρεούργηση και στην υπαλληλοποίηση των νεανικών φιλοδοξιών, τότε κανένα σύστημα παιδείας, ιδιωτικής ή δημόσιας δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό τον κόσμο, να τον βελτιώσει, να τον προάγει. Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι εάν η παιδεία μας είναι δωρεάν ή μη, αυτές οι ανησυχίες είναι υπεκφυγές όσων θέλουν να προασπίσουν μια αξιολύπητη καθημερινότητα πίσω από ένα καλογυαλισμένο αλλά μίζερο MDF γραφείο, η πραγματική παιδεία είναι τελικά μια ανεκτίμητη υπόθεση, δεν πληρώνεται, αλλά ούτε και παρέχεται δωρεάν, η πραγματική παιδεία είναι να έχεις όνειρα, είναι να διεκδικείς το δικαίωμα στο όνειρο με όλες σου τις δυνάμεις - και δεν μιλάω αγαπητέ για όνειρα ρεαλιστικά, τα όνειρα οφείλουν να μην είναι ρεαλιστικά για να είναι όνειρα - να προσπαθείς να κάνεις ένα βήμα πιο μπροστά από τους άλλους, όχι σαν ένα άλογο κούρσας αλλά ως ένα σκεπτόμενο ον το οποίο προσπαθεί καθημερινά να προάγεται και να βελτιώνεται, να σκαρφαλώνεις σε ένα δέντρο και καθώς φτάνεις στο τελευταίο του κλαδάκι να μην κοιτάς τη ρίζα, αλλά μόνο τον ουρανό, αυτά κανείς δεν σου τα παρέχει δωρεάν αλλά ούτε και υποχρεούσαι να τα πληρώνεις...».
    Κάποια στιγμή βρέθηκα σε μεγάλη σύγχυση, το ραντεβού για ένα κούρεμα, μια ντεκαπάζ και μια ισιωτική στην Κική την κομμώτρια από τα Γρεβενά κατέληγε εκτός πολλών άλλων και σε δύσπεπτη φιλοσοφική συζήτηση για τους μακαρίτες Φουκώ, Ντεριντά και Κορνήλιο Καστοριάδη.
    Η συνέντευξη δεν ήταν πλέον συνέντευξη αλλά ένας χειμαρρώδης μονόλογος σε ευφάνταστη γλώσσα μανιφέστου και διδαχής, μου είπε πολλά και διάφορα, μου είπε με καμάρι ότι και αυτή - όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι - πέρασε από το Πολυτεχνείο, ξέχασα όμως να την ρωτήσω εάν εννοούσε το Πολυτεχνείο Κρήτης ή το Μετσόβειο...μετά από κάμποσες ώρες και καθώς σταμάτησε κάποια στιγμή για να διορθώσει το κραγιόν στα χείλη της, αναθάρρησα και προσπάθησα να κατευθύνω τη συζήτηση εκεί όπου εγώ ήθελα, αλλά μόλις και μετά βίας το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να την ρωτήσω για πράγματα σχετικά με την προσωπική της ζωή, για τη θυελλώδη σχέση της με τον Σελήμπεη, για την άσπονδη φίλη και αντίζηλό της Γερακίνα, για την ιδεολογική αντίπαλο της Παπαλάμπραινα, όμως εκεί όπου τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια σκοτείνιασαν πίσω τα Fendi γυαλιά της, ήταν όταν μιλήσαμε για τον αγαπημένο της γιο Κίτσο.
    - «Ο Κίτσος, φίλτατε, είναι ένας loser, είναι όπως όλοι εκείνοι οι οποίοι κάποια στιγμή βολεύτηκαν πίσω από μια ζωή fast food, πίσω από φιλοδοξίες προκάτ, πίσω από την ναρκωτική «ευζωία» του μεροκάματου, ευνουχίστηκε από την αδηφάγα δύναμη του μικροαστικού κι όλα αυτά γιατί δεν είχε όνειρα ή μάλλον τα όνειρά του ήταν πολύ ρεαλιστικά για να λέγονται όνειρα».
    Προσπάθησα να κλείσω τη συνέντευξη άρον άρον. Αν όλα αυτά δημοσιεύονταν στο αξιόλογο περιοδικό μας, «Ανεμομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα», τότε όχι μόνο δεν θα αυξάναμε την κυκλοφορία του, όπως προσδοκούσε ο εκδότης μου, αλλά ήταν σίγουρο ότι θα χάναμε και τους τελευταίους πιστούς μας αναγνώστες, όλους εκείνους που αγωνιούσαν να μάθουν για τα καυτά πιπεράτα καπρίτσια των εγχώριων σταρ, για την κοσμική ζωή και τα πάρτυ των επωνύμων και βεβαίως για το καυτό και πάντα επίκαιρο θέμα της Eurovision. Για μια ακόμα φορά μάλλον τα είχα κάνει θάλασσα.
    Η συνέντευξη έκλεισε μετά από τέσσερις τουλάχιστον εξουθενωτικές ώρες, καθώς είχα αρχίσει ήδη να νιώθω στο γαστρεντερολογικό μου σύστημα τη θεραπευτική επίδραση εκείνου του θαυματουργού πρεβιοτικού γιαουρτιού που είχα αγοράσει το πρωί από τον Βασιλόπουλο.
    Βγήκαμε από τη Μεγάλη Βρετανία αντικρίζοντας ένα υπέρλαμπρο ήλιο, εκείνη κεφάτη κι εγώ με την όψη της αποτυχίας ζωγραφισμένη στο χλωμό μου πρόσωπο. Εκείνη συνέχισε πεζή για το Κολωνάκι, ανηφορίζοντας την Βουκουρεστίου προκειμένου ενδεχομένως να συναντήσει την Κική την κομμώτρια στη διεύθυνση στην οποία υποτίθεται θα την έβρισκε, όπως βέβαια την είχα καθοδηγήσει την προηγούμενη ημέρα με την ιδιότητα του αμπιγιέρ της τελευταίας, ενώ εγώ σαν τη βρεγμένη γάτα κατηφόρισα σκεπτικός προς την Πανεπιστημίου, έστριψα στην Σταδίου και στη συνέχεια περπάτησα στην Αιόλου σταματώντας πρώτα όμως στον Κρίνο για μια μερίδα λουκουμάδες με μέλι και καρύδια, αναλογιζόμενος ότι τα είχα κάνει μαντάρα, καθώς και δεν είχα καταφέρει να πάρω μια συνέντευξη όπως την οραματιζόμουν κι από πάνω κορόιδεψα έναν άνθρωπο ειλικρινή και με ενδιαφέρον όπως του Κίτσου η Μάνα.
    Μετά από λίγη ώρα στον Κρίνο και λιγωμένος από τους λουκουμάδες, περπάτησα προς την Σοφοκλέους μπροστά από το Χρηματιστήριο και τότε αναλογίστηκα ξαφνικά ότι από εκείνο το σημείο είχα να περάσω από το 1999 όταν συμμετείχα μαζί με άλλους μικρομετόχους σε μια διαδήλωση για το χάσιμο των αξιοθρήνητων αποταμιεύσεών μου στον Ναό του Χρήματος, μα ξαφνικά πέρασε από μπροστά μου ένα ταξί κι έτσι σκασμένος και από την αποτυχημένη συνέντευξη αλλά και από τις αναμνήσεις για τα χαμένα μου χρήματα, συνέχισα για τον Κολωνό όπου βρίσκονταν τα γραφεία του περιοδικού. Χτύπησα την πόρτα του εκδότη μου με φόβο για τα όσα θα άκουγα, όμως μια βαριά γυναικεία φωνή ακούστηκε από μέσα και καθώς άνοιξα δειλά την πόρτα αντίκρισα του Κίτσου τη Μάνα να κάθεται αναπαυτικά στην δερμάτινη πολυθρόνα στο γραφείο του εκδότη μου.
    - «Μην ξαφνιάζεστε αγαπητέ», μου είπε βλέποντάς με αποσβολωμένο, «θα σας τα εξηγήσω όλα. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς εξαγόρασα αυτήν την προβληματική επιχείρηση από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες της. Η πολυσχιδής επιχειρηματική μου δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλάβει και τον εκδοτικό τομέα. Φυσικά θα απορείτε με όλα αυτά, αλλά για όλα υπάρχουν λογικές εξηγήσεις. Το όνομά μου είναι Κική και ξεκίνησα να εργάζομαι πριν από πολλά χρόνια ως κομμώτρια στα Γρεβενά, οι δουλειές πήγαιναν καλά, πολύ καλά θα έλεγα, το επάγγελμα της κομμώτριας ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο, στην πορεία αγόρασα το δικό μου κομμωτήριο, μετά από μερικά χρόνια κι άλλο, συνέχισα ακάθεκτη, επεκτάθηκα στο χώρο των επιχειρήσεων γενικότερα, αργότερα κατέβηκα στην Αθήνα, οι φιλοδοξίες μου βλέπετε δεν θα μπορούσαν να περιορισθούν μεταξύ Γρεβενών, Κοζάνης και Πτολεμαίδας. Στην Αθήνα έκανα το μεγάλο άνοιγμα, επεκτάθηκα επιχειρηματικά με την βοήθεια του συζύγου μου, γνωστού επιχειρηματία με πολυσχιδή δραστηριότητα...το ένα λοιπόν έφερνε το άλλο και να, σήμερα είμαι εδώ, ιδιοκτήτρια του περιοδικού «Ανεμομαζώματα Διαβολοσκορπίσματα» στο οποίο εργάζεστε».
    Δεν πίστευα στα αφτιά μου.
    - «Δηλαδή δεν είστε του Κίτσου η Μάνα;»
    - «Ασφαλώς και είμαι του Κίτσου η Μάνα!»
    - «Μα πως είναι δυνατόν, πως είναι δυνατόν να είσαι του Κίτσου η Μάνα και παράλληλα να είσαι και κομμώτρια με το όνομα Κική; Μου λες ψέματα!»
    - «Μα αγαπητέ, σας το είπα και στη συνέντευξη, η ιστορία είναι το καπρίτσιο της ίδιας της ζωής, δεν είναι απαραίτητο η ιστορία να μας λέει πάντοτε ψέματα, μπορεί όμως κάλλιστα να μην μας λέει κι όλη την αλήθεια. Ασφαλώς και είμαι του Κίτσου η Μάνα, γιατί όλοι με ξέρουν ως τέτοια, ποτέ όμως κανείς δεν ρώτησε το όνομά μου, αυτό δεν το κατέγραψε η ιστορία γιατί πολύ απλά δεν ενδιέφερε κανέναν, αυτό παρόλα αυτά δεν σημαίνει ότι το όνομά μου είναι ψεύτικο κι ότι δε με λένε Κική».
    - «Όλα μοιάζουν ένα ψέμα όμως, με κορόιδεψες, με εξαπάτησες, με χρησιμοποίησες...».
    - «Ίσως, απλά αυτός ήταν ένας τρόπος να προσεγγίσω το προσωπικό της επιχείρησης με έναν κάπως διαφορετικό και λίγο ανορθόδοξο τρόπο, ήθελα να διαπιστώσω αν η επένδυση, εκτός των άλλων, και σε ανθρώπινο δυναμικό ήταν αξιόλογη, ήθελα να διαπιστώσω τα γρήγορα αντανακλαστικά και την ευστροφία σου, ήθελα να δω εάν θα άρπαζες την ευκαιρία για να μου αποδείξεις τις ικανότητές σου, μπορεί να σε χρησιμοποίησα όπως λες αλλά αυτό ήταν για το καλό της επιχείρησης και κατ΄ επέκταση και για το δικό σου, σε αυτήν την επιχείρηση επιθυμώ να δουλεύουν οι καλύτεροι».
    - «Είσαι για λύπηση, εσύ πριν από λίγη ώρα μιλούσες για όνειρα, για ιδανικά, τελικά το μόνο σου ιδανικό είναι πως να διευρύνεις τις επιχειρήσεις σου, πως να ανέλθεις κοινωνικά και οικονομικά, εξαργύρωσες όλα σου τα υποτίθεται μη ρεαλιστικά όνειρα με μια θέση Manager σε όμιλο επιχειρήσεων, είσαι μόνο κούφια, μεγαλόστομα λόγια και θεωρίες, μπορεί να σε λένε Κική, να είσαι κομμώτρια και από πάνω να είσαι και του Κίτσου η Μάνα, αλλά στην πραγματικότητα είσαι ένα μεγάλο ψέμα!».
    - «Αγαπητέ, μου θυμίζεις μελό της δεκαετίας του '60, με κάνεις και γελάω, αν οι θεωρίες έμεναν μόνον στα λόγια, αν τα όνειρα έμεναν μόνο όνειρα, τότε θα είχαν κλονιστεί ανεπανόρθωτα όλες οι παγκόσμιες ιστορικές σταθερές, στην πραγματικότητα εσύ είσαι το ψέμα, εσύ με εξαπάτησες προσπαθώντας να επιτύχεις μια συνέντευξη μαζί μου, τελικά δεν ήσουν και τόσο έξυπνος, ήσουν κουτοπόνηρος, εσύ με χρησιμοποίησες για να μην χάσεις εκείνο το θλιβερό σου μονόστηλο, τα δικά σου όνειρα είναι τόσα φτωχά και μίζερα που δεν προξενούν καμία αίσθηση με την υλοποίησή τους. Εσύ είσαι το ψέμα, εσύ ντύθηκες με τα θλιβερά επώνυμα ρούχα σου προσπαθώντας να με εντυπωσιάσεις και να διαφυλάξεις το πενιχρό σου εισόδημα, να διατηρήσεις διαμέρισμα στο Κολωνάκι, να βαυκαλίζεσαι ότι κάνεις την μεγάλη ζωή και ότι είσαι κάποιος…»
    - «Τα δικά μου όνειρα είναι απλά, υλοποιήσιμα, καθημερινά, τα δικά μου όνειρα είναι ταπεινά, μικροαστικά όπως απαξιωτικά θα έλεγες κι εσύ, δεν ξεστομίζω όμως μεγάλα λόγια και θεωρίες ώστε να τις εξαργυρώσω αργότερα με την πρώτη ευκαιρία, εγώ είμαι ο απαραίτητος ακούραστος εργάτης της ζωής, εσύ είσαι απλά η ευφάνταστη θεωρητική της εκδοχή...»
    Προσπάθησα να ξεστομίσω λόγια βαριά αλλά σώπασα, ήξερα ότι μέσα σε όλο της ψέμα, μέσα στην μεγάλη προσωπική της ήττα, όπως εγώ την ένιωθα, τα έλεγε ωραία, μέσα σε όλα τα στομφώδη και μεγάλα της λόγια υπήρχε τελικά μια αλήθεια...
    Σε λίγο έπεσε σιωπή, δεν ήταν ότι δεν είχαμε κάτι να πούμε, αλλά απλά καταλάβαμε ότι τόσο του Κίτσου η Μάνα, η οποία θα γεννά όνειρα κι ελπίδες και μετά θα τις ξεπουλά στο πρώτο διαθέσιμο παζάρι, όσο και ο Κίτσος, ο οποίος θα αγωνίζεται σαν το μυρμήγκι για να πραγματοποιήσει έστω και το ένα δέκατο των δικών του ταπεινών μικροαστικών ονείρων, όσο του Κίτσου η Μάνα θα είναι μια ακούραστη μήτρα παραγωγής θεωριών και οραμάτων, θα είναι μια φωτεινή χαραμάδα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, αλλά και όσο ο Κίτσος θα είναι το ταπεινό μυρμήγκι που θα γυρνάει ακούραστα τα ρουλεμάν της καθημερινότητας, θα είναι η πρώτη καύσιμη ύλη της κρεατομηχανής της ιστορίας, τόσο κι η ζωή με τις ζωογόνες ανατροπές της θα συνεχίζει να ρέει σαν το ορμητικό ποτάμι μέσα στις όμορφες και συναρπαστικές της αντιφάσεις.
    Ξαφνικά, σκύψαμε και οι δύο τα κεφάλια προς τα κάτω, ίσως γιατί αναλογιστήκαμε ο ένας τα λόγια του άλλου και τις οδυνηρές αλήθειες που ξεστομίστηκαν, στην πραγματικότητα όμως, εκείνες οι προαιώνιες δυνάμεις, οι οποίες ρυθμίζουν ερήμην μας με μαεστρία όλα τα ανεμομαζώματα και τα διαβολοσκορπίσματα αυτού του κόσμου, συνέχιζαν αδιάλειπτα τη δράση τους, παρά την μικρή ανατροπή που νομίσαμε ότι λάμβανε χώρα εκείνη την στιγμή, καθώς εγώ κοιτούσα με πόνο καρδίας τα αγορασμένα με εικοσιτέσσερις άτοκες δόσεις σκονισμένα Salvatore Ferragamo παπούτσια μου κι εκείνη με τρόμο τον προβληματικό ισολογισμό και τα αυξημένα διοικητικά έξοδα στα Αποτελέσματα Χρήσεως της επιχείρησης.
    Μετά από μερικά λεπτά σιωπής κι ενώ σιγά σιγά επανέρχονταν η γνωστή τάξη και ισορροπία των πραγμάτων, σηκώσαμε και οι δύο το βλέμμα ο ένας προς τον άλλον και με ένα υπαινικτικό χαμόγελο ψελλίσαμε μόνο δύο-τρεις λέξεις:
    - Αγαπημένε μου Κίτσο...
    - Γλυκιά μου Μάνα...