Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

Στ' Αναπλιού το Παλαμήδι

Οι τόποι λένε ότι είναι οι άνθρωποί τους...
...όμως οι τόποι είναι και τα κτίρια, οι δρόμοι, τα σκονισμένα τους πεζοδρόμια…

Στην Αργολίδα υπάρχουν δύο πόλεις. Το Άργος και το Ναύπλιο. Δύο πόλεις τόσο κοντινές μεταξύ τους αλλά παράλληλα και τόσο μακρινές.
Η ιστορία έπαιξε το δικό της το παιχνίδι με αυτές.
Το Άργος λέγεται ότι πριν από 30-40 χρόνια ήταν μια πόλη όμορφη, μια πόλη με γραφικά νεοκλασικά σπίτια το οποίο θύμιζε έντονα το σημερινό Ναύπλιο.
Σήμερα το Άργος είναι μια πόλη, την οποία θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως μία από τις πλέον άσχημες πόλεις της Ελλάδας, με άναρχο πολεοδομικό σχέδιο, ή μάλλον με καθόλου σχέδιο, με μια απρόσωπη αισθητική, αντιγραφή του οικιστικού μοντέλου της Αθήνας σε επαρχιακή όμως κλίμακα, με ψηλές άχαρες και γκρίζες πολυκατοικίες, οι οποίες συνθλίβουν με τον όγκο τους τα ελάχιστα εναπομείναντα νεοκλασικά του.
Το Άργος πλήρωσε την οικονομική του ανάπτυξη ακριβά.
Ο κάμπος με τα εσπεριδοειδή αποτέλεσε και αποτελεί τον οικονομικό του πνεύμονα, όμως την ίδια στιγμή δημιούργησε και τις προϋποθέσεις μιας οικονομικής ανάπτυξης, η οποία οδήγησε στην μεγάλη ανοικοδόμηση των προηγούμενων δεκαετιών καταστρέφοντας ουσιαστικά την ομορφιά αλλοτινών χρόνων.
Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα όμως έτσι νοείται.
Θλίψη δημιουργείται όταν αναγκαστικά έρχεται στο μυαλό η εικόνα άλλων Ευρωπαϊκών πόλεων, οι οποίες αντιμετώπισαν πολέμους, βομβαρδισμούς και καταστροφές, αλλά όμως και πραγματική βιομηχανική ανάπτυξη, διατηρώντας παράλληλα το χαρακτήρα τους, τουλάχιστον το χαρακτήρα του παλιού κομματιού τους, παλιές πόλεις λοιπόν, οι οποίες πλέον υπάρχουν ως πνεύμονας αισθητικής ομορφιάς γύρω από τις βιομηχανικές τους περιφέρειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Γερμανικές altstadt.
Το Ναύπλιο σε σχέση με το γειτονικό του Άργος είχε άλλη τύχη.
Μέχρι σχεδόν τη δεκαετία του ’80 ασφυκτιούσε από την οικονομική ανάπτυξη του γειτονικού Άργους. Το Ναύπλιο μαράζωνε, τα υπέροχα νεοκλασικά του κτίρια κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο και οι κάτοικοί του το εγκατέλειπαν.
Η οικονομική δυσπραγία και η εγκατάλειψή του αποτέλεσαν τελικά και τη σωτηρία του.
Το Ναύπλιο αναπτύχθηκε έξω από τη παλιά του πόλη. Η νέα πόλη αναπτύχθηκε κι αυτή άναρχα, σε αντίθεση με την παλιά η οποία σχεδόν εγκαταλείφθηκε, καθώς ελάχιστοι ενδιαφέρονταν για αυτήν.
Το Ναύπλιο όμως έτσι σώθηκε.

Η απουσία ενδιαφέροντος για αυτό, αλλά και ο ανταγωνισμός από το πλουσιότερο Άργος το άφησε ουσιαστικά έξω από το οικονομικό παιχνίδι της αντιπαροχής και της ανοικοδόμησης.
Αργότερα, η εισροή χρημάτων από κοινοτικά προγράμματα, η διαφορετική αντίληψη περί ανάπτυξης, η ανάπτυξη της τουριστικής του κίνησης, καθώς και το μεράκι κάποιων ανθρώπων, το ανέδειξαν ξανά σε μια από τις ομορφότερες ελληνικές πόλεις…
…κι αν το όμορφο είναι μια έννοια υποκειμενική, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Ναύπλιο είναι μια πόλη τελικά με χαρακτήρα.
Οι υπερβολές βέβαια δεν έλειψαν και στην περίπτωσή του.
Το Ναύπλιο αναπτύσσεται τουριστικά σε βαθμό που ενδεχομένως δεν μπορεί να αντέξει. Η αύξηση της τουριστικής κίνησης οδήγησε και τις τιμές στα ύψη.

Επισκέπτομαι το Ναύπλιο 5-6 φορές το χρόνο, θα το επισκεφτώ ξανά και τώρα, καθώς είναι ένα μέρος το οποίο με χαλαρώνει, ένα από τα μέρη στα οποία η κίνηση, η φασαρία και οι ορδές των τουριστών δεν με ενοχλούν, καθώς η θέα του φωταγωγημένου Παλαμηδίου από την ιστορική πλατεία Συντάγματος με αποζημιώνει, ένα μέρος το οποίο αναλογίζομαι ποια θα ήταν η τύχη του, εάν τη δεκαετία του ΄70 αναπτυσσόταν οικονομικά, όπως τέλος πάντων αντιλαμβανόμασταν ή και ακόμα δυστυχώς αντιλαμβανόμαστε την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα.

Τρίτη 24 Απριλίου 2007

Δελτίο Τύπου εκ της Διευθύνσεως



Το πολυαγαπημένο και λατρεμένο σε όλη την μπλογκόσφαιρα Αρμυρίκι, ο φωτεινός αυτός φάρος ποιότητας μέσα στην αχανή θάλασσα του blogging, η λαμπερή αυτή ηλιαχτίδα μέσα στον ψυχρό κόσμο του διαδικτύου, η δροσερή αυτή πηγή γάργαρου νερού μέσα στην ξεραΐλα των ψυχρής τεχνολογίας, δηλώνει (το τρίτο πρόσωπο ήταν πάντοτε το αγαπημένο του) ότι επειδή τελευταία πήζει πολύ άγρια, εξαντλώντας και την τελευταία ποσότητα φαιάς ουσίας που του είχε απομείνει (άλλωστε πάντοτε αυτή ήταν είδος εν ανεπαρκεία πάνω του), με τα εγκεφαλικά του κύτταρα να εκφυλίζονται επικίνδυνα και να υποβαθμίζονται σταδιακά, διάγοντας τον 39ο plus βίο τους, αποφάσισε, ως υποκατάστατο πλέον, ότι για ένα διάστημα, ήρθε η ώρα να σταματήσει την ανυπόφορη λογοδιάρροια και την καταβύθισή του σε βαθιά νοήματα και αδιαμφισβήτητες πανανθρώπινες αλήθειες, για τις οποίες άλλωστε έγινε διάσημο σε όλο τον κόσμο του διαδικτύου, αποκτώντας μυριάδες αναγνώστες ημερησίως, λαμβάνοντας άπειρα μηνύματα συμπάθειας προς το πρόσωπό του, δίνοντας εκατοντάδες συνεντεύξεις στα media, εκδίδοντας δεκάδες βιβλία - καθώς αυτός ήταν άλλωστε κι ο απώτερος στόχος του ξεκινώντας το blogging, τα οποία σημειωτέον τα διάβασαν, εκτός από τη μαμά του, τη θεία του, τη γυναίκα του, τον συμπέθερο με τη συμπεθέρα, την ξαδερφοσυννυφάδα και τον κουμπαρομπατζανάκη του, πλήθος κόσμου παγκοσμίως - κάνοντάς τα best sellers, λαμβάνοντας επίσης αμέτρητες προτάσεις για τηλεοπτικά σήριαλ και ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, οι οποίες θα διαγωνιστούν στη συνέχεια στα Φεστιβάλ Δράμας, Θεσσαλονίκης, Βερολίνου, Βενετίας, Καννών, Κουάλα Λουμπούρ, Ουλάν Μπατόρ, Τεγκουθιγκάλπας και Ουγκατούγκου, αποφάσισε λοιπόν - καθώς πάντοτε του άρεσε να είναι leader στο χώρο του και όχι follower (τρομάρα να του ΄ρθει) - ότι είναι καιρός να καταπιαστεί επιτέλους με την αγαπημένη του, εξ απαλών ονύχων, μουσική, δημιουργώντας μια νέα, πρωτοποριακή και καινοτόμα τάση στο χώρο του blogging, μετατρέποντας το έως τώρα ποιοτικό του blog, σε κονσόλα ήχου και εικόνας, έως ότου βέβαια αλλάξει γνώμη τα επόμενα λεπτά και ξαναρχίσει προς μεγάλη απογοήτευση, πρωτίστως του ιδίου, τη φλυαρία και τη βαριά φιλοσοφία, με τις οποίες άλλωστε φλερτάρει από γεννησιμιού του.

Μετά λοιπόν τον πολυαγαπημένο του, Dario Moreno, με τον οποίο οι λογαριασμοί δεν τελείωσαν εδώ, τον Gino Paoli και εσχάτως τον Eric Clapton και τη Layla του, διαβαίνει περισσότερο ethnic δρόμους και καθώς περνάει πάνω από τον Ισθμό της Κορίνθου, τον Πύργο της Ηλείας, τα Λεχαινά, το Κατάκολο, τους Γαργαλιάνους, τα Φιλιατρά, το Ζευγολατιό, χορεύοντας καλαματιανό και στη συνέχεια την Νότια Ιταλία, χορεύοντας ταραντέλλα, ρίχνει μια βουτιά στην Δυτική Μεσόγειο και προσαράζει το κουρασμένο του σαρκίο στο Μαγκρέμπ και συγκεκριμένα στην Αλγερία, όπου συναντά τον Khaleb, τον Rachid Taha και τον Faudel, λικνίζοντας λάγνα το κορμί του στους ρυθμούς Belly Dance του παραδοσιακού Ya Rayah - καθώς he thinks he can dance (το δύσμοιρο) - χτυπώντας παράλληλα το τουμπερλέκι και πιάνοντας εν συνεχεία το ούτι, μαγεύοντας για μία ακόμη φορά, όπως άλλωστε κάνει εδώ και τόσο καιρό, τα εκατομμύρια πλήθη των αναγνωστών του.

Το σύνθημα πλέον δόθηκε: Όχι πια λόγια, μόνο μουσική! (άντε και να δούμε πόσο θα κρατήσει)
Υ.Γ.: Για όλα τα παραπάνω βασική υπαίτιος είναι η Katerina ante Portas!

Πέμπτη 19 Απριλίου 2007

You've got me on my knees



Το να καταπιάνεσαι συνεχώς με τις αναμνήσεις σου και να διολισθαίνεις σε μια στείρα παρελθοντολογία είναι ίσως το ίδιο ανούσιο πράγμα με το να μην ασχολείσαι καθόλου μαζί τους, υποστηρίζοντας ότι το παρόν και το μέλλον έχουν μόνο αξία. Καμία αντίρρηση. Μόνο που το μέλλον ουδείς το γνωρίζει, το παρελθόν λίγο πολύ το ξέρουμε, το μέλλον είναι δύσκολο να το περιγράψουμε, απλά το οραματιζόμαστε και το σχεδιάζουμε.

Όταν για πρώτη φορά ακούστηκε η Layla του Eric Clapton, στις αρχές του ’71, εγώ ήμουνα ήδη 3 ετών. Η Ελλάδα από τη μια βρισκόταν στην κατάψυξη κι από την άλλη, τα πολύχρωμα παιδιά των λουλουδιών έδιναν τη δική τους μάχη με την ουτοπία, ενώ κάπου ενδιάμεσα αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο ένας ορμητικός χείμαρρος αντίστασης, την ίδια στιγμή που ένα ολόκληρο έθνος κρεμόταν από τα χείλη του Συνταγματάρχη Βαρτάνη στον Άγνωστο Πόλεμο, αλλά κι από τις ιδρωμένες πράσινες σωβρακοφανέλες της ένδοξης γενιάς του Γουέμπλεϋ (μα τι γράφω Θεέ μου ο γαύρος!).
Μέσα σε αυτό το τοπίο, μερικά από τα μεγάλα σουξέ της εποχής είχαν κυρίως βουκολικό περιεχόμενο και κυρίως πατριωτικό χρώμα…

«Πα μωρέ πάνω, σε ψηλή ραχούλα
πάνω σε ψηλή ραχούλα, κάθεται μια βλαχοπούλα
Και μωρέ και τη ρόκα της κρατάει
και τη ρόκα της κρατάει, πρόβατα κι αρνιά φυλάει
Τσο μωρέ τσοπανόπουλο από πέρα
τσοπανόπουλο από πέρα, τραγουδάει με τη φλογέρα
Τρα μωρέ τραγουδάει το καημένο
τραγουδάει το καημένο, με παράπονο, θλιμμένο!»

Το γιατί ήταν θλιμμένο το δόλιο το τσοπανόπουλο ενδεχομένως να μην είχε να κάνει τόσο με τη βλαχοπούλα, ίσως ούτε και με τη ραχούλα, όσο για τα γίδια και τα πρόβατα έχω ακόμα κάποιες αμφιβολίες.

Τη Layla και τον Eric Clapton τους «ανακάλυψα» ένα καλοκαίρι, αναγκαστικά αργότερα, στα τέλη ’70, κάνοντας διακοπές στο Κατάκολο, με τους γονείς μου, την αδερφή μου, τη θεία, τον θείο, τη γιαγιά και τον παππού με το φανελάκι, εκεί όπου είχα την πρώτη μου επαφή με άγνωστους για μένα τότε ήχους, οι οποίοι ελέω θείου, έμαθα αργότερα ότι τους έλεγαν rock, blues, soul, καθώς και «καρέκλες».
Από το πολιτικό τραγούδι, τον Καζαντζίδη, τα Καλαματιανά και τη Θεία Λένα, μάλλον θα πρέπει να είχα πάθει overdose, αν και στην πραγματικότητα - για να πω και τη μαύρη μου αλήθεια - μεγάλες διαφορές μεταξύ τους τότε δεν μπορούσα να διακρίνω, όλα για μένα ήταν μουσική.
Η γνωριμία με τη Layla (την ίδια δεν είχα ούτε την τιμή ούτε και την τύχη να γνωρίσω αυτοπροσώπως), καθώς και με τα άλλα είδη, τα οποία τότε μου φάνταζαν τόσο εξωτικά, όσο και η διαδρομή Πύργου - Κατακόλου με τον ιστορικό Κολοσούρτη - ο οποίος σημειωτέον έπνεε πλέον τα λοίσθια, καθώς σερνόταν με βαριά αγκομαχητά πάνω στις σκουριασμένες γέρικες ράγες του - έγινε από ένα λίγο μεγαλύτερο από μένα ξάδερφο, ο οποίος προκειμένου να εντυπωσιάσει και στη συνέχεια να ρίξει μια μεγαλύτερη του γειτονοπούλα, την οποία χαλβάδιαζε από καιρό, άρχισε να ψαχουλεύει τα βινύλια και τις αμέτρητες κασέτες του πατέρα του (ο θείος που λέγαμε), ο οποίος ήταν μανιώδης συλλέκτης βινυλίων και σκληρός ροκάς, αλλά δε το έλεγε, καθώς εκείνη την εποχή και στο περιβάλλον του, μετά το έρμο το τσοπανόπουλο με τη φλογέρα του, είχαμε περάσει βιαστικά στους Boney M, στους ABBA, στον Γιάννη Φλωρινιώτη και στον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Το να προβάλεις, την εποχή εκείνη, μια κάποια διαφορετικότητα σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν ευνοούσε τα off road γούστα, ήταν κατά κάποιο τρόπο μεμπτό και επιλήψιμο, κάτι το οποίο νομίζω ισχύει λίγο πολύ σε κάθε εποχή.
Δεν είναι λίγο πράγμα οι μισοί να ακούν Φαραντούρη (προσωπικά με τη Φαραντούρη ουδέποτε είχα πρόβλημα, τουναντίον μάλιστα) και οι άλλοι Boney M - δεν ξέρω βέβαια εάν ήταν τα ίδια πρόσωπα, αν και αυτό διόλου θα με ξένιζε - κι εσύ να χτυπιέσαι στους ρυθμούς των blues και της rock στην σεμνότυφη, κλειστή και καχύποπτη επαρχιακή κοινωνία της Αθήνας, των μπλε Ουγγρικών λεωφορείων Ikarus, του Καματερού με το «θαυματουργό» του νερό, της καθιέρωσης των μονών - ζυγών ως του πλέον πρωτοποριακού μέτρου καταπολέμησης του νέφους, του συνθετικού πολύχρωμου ιδρωμένου φουστανιού και του αναπτυσσόμενου σε μήκος και πλάτος δασύτριχου μύστακα.

Η Layla, το ζεστό εκείνο καλοκαίρι, το οποίο αν δεν κάνω λάθος είχε χτυπήσει 47 βαθμούς Κελσίου κάπου στην Ελευσίνα, στέλνοντας κάμποσους θερμόπληκτους για μόνιμες διακοπές στον Παράδεισο, γλιτώνοντας τους από την διαχρονική κόλαση της Αθήνας, με πήρε και με σήκωσε, καθώς άκουγα ασταμάτητα τον Clapton να ακροβατεί μοναδικά πάνω στις χορδές της ηλεκτρικής του κιθάρας.
Από τότε, το κομμάτι αυτό έγινε κάτι σαν το μουσικό μου φετίχ!
Η Layla, την οποία άρχισα εκείνο το καλοκαίρι να ακούω μανιωδώς, πρωί, μεσημέρι και βράδυ, πριν από το φαγητό, αλλά και μετά από αυτό, κάτι σαν το μουρουνέλαιο δηλαδή, το οποίο στοίχειωσε τα παιδικά χρόνια χιλιάδων ελληνοπαίδων, καθώς και τους δικούς μου γευστικούς κάλυκες, αποτέλεσε ίσως την ισχυρότερη μουσική μου ανάμνηση, καθώς κατά κάποιο τρόπο, σηματοδοτεί τη χρονική στιγμή από την οποία και μετά αρχίζει να διαμορφώνεται το μουσικό μου γούστο.
Έτσι λοιπόν, αν με έριχναν σε ένα ερημικό νησί και μου έλεγαν ποια τραγούδια θα ήθελες να πάρεις μαζί σου, η Layla θα ήταν σίγουρα ένα από 2-3 που θα επέλεγα.

Στο video, το οποίο είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στην Katerina ante Portas, παρακολουθούμε τους Eric Clapton, Phil Collins (ντραμς), Elton John (Keyboards), Mark Knopfler (κιθάρα) και Nathan East (μπάσο), να «χαϊδεύουν» ηδονικά τη Layla - και όχι μόνο - σε μια μάλλον ιστορική συναυλία, η οποία δόθηκε στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στα πλαίσια του Prince´s Trust Rock Gala, τον Ιούνιο του 1988.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

Sweet Dreams are made of this...

Υπάρχουν μέρη τα οποία όσες φορές κι αν τα επισκεφτείς σου αφήνουν την ίδια γλυκιά γεύση, αλλά παράλληλα και την ίδια πικρή επίγευση, όπως ένα παλαιωμένο λικέρ πικραμύγδαλο.
Το Γαλαξίδι το επισκέφτηκα για πρώτη φορά στο Λύκειο, σε μια σχολική εκδρομή κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Θυμάμαι ότι ο προορισμός δεν ήταν το Γαλαξίδι, αλλά ο Παρνασσός και συγκεκριμένα η Αράχοβα, η οποία την εποχή εκείνη καθιερωνόταν ως το χειμερινό αντίβαρο της Μυκόνου στο χάρτη των trendy εγχώριων προορισμών.

Στο σχολικό πούλμαν η ατμόσφαιρα σχεδόν εορταστική, οι κασέτες στο ραδιόφωνο εναλλάσσονταν σε χρόνο dt, το ρεπερτόριο κατά προτίμηση ξένο, καθώς εκείνη την εποχή έκαναν θραύση οι Αυστραλοί Men at Work με το Down Under, οι Dexis Midnight Runners με το Come on Eileen, οι Culture Club με το Karma Kameleon, οι Police με το Every breath you take, οι Eurythmics με το Sweet Dreams are made of this…κι εμείς, τα τρελά τα σχολιαρόπαιδα με το μαλλί αφάνα και με το τσιγάρο στην άκρη των χειλιών, ανακαλύπταμε ότι το σεξ είναι μια άλλη ιστορία, για άγρια θηρία, μια τρελή ταλαιπωρία, καθώς βρισκόμασταν σε μία σύγχυση για το ποιος τελικά είναι ο άντρας και ποια η γυναίκα, μεταξύ του Boy George και της Annie Lenox.

Το πούλμαν επέστρεφε από την Αράχοβα.
Τα κορίτσια με την φωτογραφία του Σταμάτη Γαρδέλη κολλημένη στο μπουφάν κρατούσαν παρδαλά ταγάρια, τα οποία είχαν προ ολίγου αγοράσει από τα τοπικά τουριστικά καταστήματα - βλέπεις το φεμινιστικό κίνημα εκείνη της εποχή ήταν στα ντουζένια του και ο αριστερός ενδυματολογικός καθωσπρεπισμός τα ‘επέβαλε’ ως το καλώς έχειν της ορθόδοξης αριστερής περιβολής - έδιναν τα ρέστα τους, χορεύοντας με διάθεση άγρια πάνω στα καθίσματα της γαλαρίας, σκεπτόμενα προφανώς ότι το σεξ είναι εκείνο που σε άγει και σε φέρει την ώρα που γουστάρεις κάποιος να σου βάλει χέρι, ενώ τα αγόρια με στυλ Knight Rider και το πακέτο Marlboro στην κωλότσεπη, κουνιόντουσαν άχαρα στους ρυθμούς της hard rock και του heavy metal των ACDC, διαλύοντας, στα εξ ων συνετέθη, όλο το νευρικό σύστημα των καθηγητών και του δύσμοιρου του μεροκαματιάρη οδηγού, στο παρμπρίζ του οποίου φιγουράριζε παραπονεμένα η κασέτα της Άντζελας Δημητρίου με το «και θέλω να΄ ρθω να σ΄ αρπάξω από την άλλη, να την ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμένα, με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μένα και ποια θυσία, ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει αυτή για σεεεεεεεναααα»…
Σε αυτή την αλλοπρόσαλλη κατάσταση με τους δύσμοιρους τους συνοδούς καθηγητές, οι οποίοι προφανώς καταριόντουσαν την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκαν και τον οδηγό σε κατάσταση μέθης λόγω της προηγούμενης κρασοκατάνυξης σε βουκολική χασαποταβέρνα του χωριού, αλλά και του βαρύτατου νευρικού κλονισμού του τελευταίου από τους άγριες τσιρίδες των ACDC, ξάφνου μπροστά μας, στην άκρη του δρόμου, μα και εντελώς τυχαία, ξεπρόβαλε το κουφάρι μιας μεγάλης γέρικης ελιάς, λίγο πριν τον γκρεμό, ο οποίος οδηγούσε καρφί στα βραχώδη παράλια της Φωκίδας και στα απότομα ρεύματα του Κορινθιακού…
…κι ενώ λοιπόν το πούλμαν κολλούσε στο κουφάρι της ελιάς, λίγο προτού πάρει πάρει το δρόμο που δεν έχει γυρισμό, όλα τα παρδαλά ταγάρια, ο Οδηγητής - πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο, η Δεξιά στο Χρονοντούλαπο της Ιστορίας κι άλλα τέτοια, trendy λόγια της εποχής - οι κασέτες της Άντζελας, του Boy George, του Λε.πά και των ACDC, καθώς και οι ανασηκωμένες τρίχες από το μαλλί αφάνα, μαζί με τις φωτογραφίες του Σταμάτη Γαρδέλη και του Πάνου Μιχαλόπουλου, ήρθαν και προσγειώθηκαν πάνω στα ταλαίπωρα κεφάλια των καθηγητών, οι οποίοι έβλεπαν να κρέμεται η μεροκαματιάρα ζωή τους από το κουφάρι μιας ελιάς κι από την αμφιλεγόμενη δεξιοτεχνία ενός μέθυσου οδηγού σε κατάσταση νευρικού κλονισμού, ελέω ACDC, ταγαριών, Boy George και όλων των παραπάνω.

Το ταξίδι στην Αράχοβα μπορεί να μην είχε καλή κατάληξη όμως το καινούργιο πούλμαν, το οποίο κατέφθασε για να παραλάβει το παρδαλό πλήθος σε κατάσταση μαζικής υστερίας, μας μετέφερε στο Γαλαξίδι, λίγο προτού πάρουμε το δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα.
Αυτή ήταν η πρώτη μου φορά στο Γαλαξίδι, έτσι από τύχη…
Το μέρος το λάτρεψα, τότε δεν ήξερα γιατί, έμοιαζε με ένα σωσίβιο λίγο πριν τον πνιγμό, έμοιαζε σαν ένα δώρο που παίρνει ένα παιδί όταν δε το περιμένει…
…μετά από μερικές ακόμα επισκέψεις τα επόμενα χρόνια, κατάλαβα ότι τα μέρη εκείνα τα οποία ασκούν ιδιαίτερη γοητεία πάνω μου, είναι όσα κουβαλούν πάνω τους μια ιστορία έντονης ακμής αλλά και έντονης παρακμής, κυρίως παρακμής, με βασικό όμως φόντο τη θάλασσα, τα μέρη εκείνα τα οποία αντανακλούν όλη τον ξεπεσμό μιας αρχοντιάς, μιας αίγλης η οποία δεν περισώθηκε από τη ρίζα μιας γέρικης ελιάς στην άκρη ενός γκρεμού, αλλά κατρακύλησε και χάθηκε, για να μετενσαρκωθεί αργότερα σε μια άλλη διάσταση, όχι απαραιτήτως τουριστική…
Για αυτό τελικά μου αρέσει το Γαλαξίδι…
…γιατί μου θυμίζει εκείνη την πρώτη άτυχη εκδρομή της εφηβείας, γιατί κάθε φορά μου ανοίγει τα χαρτιά του ένα ένα και με δυσκολία, γιατί έχει να μου διηγηθεί μιαν υπέροχη, νοσταλγική ιστορία, γιατί μυρίζει - όλο και λιγότερο έστω - μιαν Ελλάδα που δεν σκαλώνει στο σάπιο κουφάρι μιας ελιάς, αλλά τρέχει δυστυχώς ντοπαρισμένα να προλάβει το μέλλον χωρίς σκοπό και χωρίς προοπτική, μου φέρνει τελικά στα αφτιά εκείνη την εκκωφαντική ηχορύπανση των ACDC, τα παρδαλά ταγάρια, μα κι εκείνο το υπέροχο γλυκό τριαντάφυλλο, το οποίο μας γλύκανε σε κάποιο καφέ του Χηρόλακα, της ωραιότερης ίσως γωνιάς του Γαλαξιδίου, της αρχαίας Οιάνθειας, μιαν ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα όπως και σήμερα…

Η φωτογραφία από το www.kastellia.gr

Τετάρτη 11 Απριλίου 2007

Sapore di Sale, Sapore di Mare!

Εάν βλέποντας τη διπλανή φωτογραφία συνέχιζα να έχω την ίδια νωχελική διάθεση και το ίδιο ανατριχιαστικά νωθρό βλέμμα που έχω εδώ και μέρες, τότε ούτε ακόμα 10 απανωτά πρωταθλήματα του Θρύλου (από την ηλεκτρονική Mont Blanc πένα μου και στων σουτέρ το coup de pied το ευθύβολο), ένα ξεγυρισμένο και παχυλό bonus (από τo στόμα μου και στης εργοδοσίας τ΄αφτί), μιας ακόμα πρωτιάς στη Eurovision (υπάρχει άραγε Θεός της Eurovision για να μας λυπηθεί;), καθώς και η μοναδικά ανατριχιαστική και ανεπανάληπτη (;) εμπειρία μιας κρουαζιέρας με θέα την συγκλονιστική καλντέρα στην Σαντορίνη, από την βυθιζόμενη πλώρη κρουαζιεροπλοίου φορώντας trendy πορτοκαλί-σομόν σωσίβιο (τα μάτια κλείστε γλυκά ακουμπήστε στην κουπαστή), δεν θα ήταν σίγουρα σε θέση να μου αναστηλώσουν το μόνιμα διψασμένο για παρατεταμένες διακοπές κουρασμένο μου κορμί…

Θυμάμαι τα λόγια του Νίκου Καββαδία…

"…θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν…"


...και αντί να (ξανα) ακούσω τον Σταυρό του Νότου, ή τα Νησιώτικα του Γιάννη Πάριου, το Νο 1 και το Νο 2 (το Ν0 3 αναζητείται), ή έστω τους Κονιτοπουλαίους, ακούω υπέροχα, νοσταλγικά, μελιστάλαχτα, light, ιταλικά τραγούδια της δεκαετίας του ’60, κατάλληλα για προσωρινή μόνο ίαση μικροαστικών μικρο-ασθενειών, χτυπώντας σκοπίμως και αλύπητα στα ψαχνά της κάθε διψασμένα μικροαστικής ψύχωσης για διακοπές...

Gino Paoli λοιπόν και το αειθαλές «Sapore di Sale», σε ρομαντικό, πριμιτίφ για το είδος και την εποχή του, video-clip του 1964.
Γεύση από αλάτι λέει το τραγούδι, γεύση από θάλασσα, πάνω στο δέρμα σου, πάνω στα χείλη σου, ποιός ξέρει και που αλλού πάνω, νερό και δη αλατισμένο είναι, όπου θέλει μπαίνει...

...μπλα μπλα, μπλα, μπλα…

…Sapore di sale, Sapore di mare…Sapore di te (να και στο τέλος η τσαχπινιά για να σώσει τα προσχήματα!)

http://www.youtube.com/watch?v=HwwclipeKGc

…και μιας και ταξιδέψαμε μουσικώς στην Ιταλία, η φωτογραφία κι αυτή από τον Ιταλικό νότο και συγκεκριμένα από την πανέμορφη Καλαβρία...


Naturalmente !

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

Κομπάρσες στιγμές

Αν είναι κάτι τόσο προβλέψιμο τις γιορτινές ημέρες και δη τις ημέρες του Πάσχα, περισσότερο προβλέψιμο ακόμα και από την βελούδινη επίγευση μια γεμάτης κουταλιάς από μαγειρίτσα, από το θεσπέσια πικάντικο άρωμα του κοκορετσιού καθώς ψήνεται, από το εξοργιστικά ψεύτικο άλικο χρώμα των βαμμένων αυγών, από τα πατροπαράδοτα 3 (maximum) δευτερόλεπτα παραμονής στην εκκλησία μετά το Χριστός Ανέστη και την καθιερωμένη ανταλλαγή των ασπασμών και δη στο αέρα, αλλά και από την θεϊκά ξεροψημένη πέτσα του ροδοκόκκινου αμνοεριφίου στη σούβλα ανήμερα το Πάσχα, είναι τελικά εκείνη η - πολλές φορές - ενοχλητικά υπερχειλίζουσα εσωτερική μας ανάγκη ή ενδεχομένως και ο μαϊμουδισμός, να βουτήξουμε, ως άλλοι Καλύμνιοι βουτηχτές, στα βαθιά νερά των αναμνήσεων με σκοπό να ανασύρουμε στην επιφάνεια αλλά και να μοιραστούμε μαζί με άλλους - λες και το έχουμε τάμα στη Μεγαλόχαρη - καλά συντηρημένες από το χρόνο θύμησες, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου βαρυφορτώνονται με την χρυσόσκονη της νοσταλγίας.
Το προβλέψιμο του πράγματος γίνεται ακόμα πιο προβλέψιμο όταν οι αναμνήσεις συνδέονται αποκλειστικά με το hardcore της γιορτής, δηλαδή με την πατροπαράδοτη έξοδο στα πάτρια εδάφη - όσες γενιές και να περάσουν τα πάτρια μένουν πάντα πάτρια, λες και η έρμη η Αθήνα από την οποία όλοι φεύγουμε ως κυνηγημένοι λαθρομετανάστες, δεν γέννησε ποτέ κανέναν, χαράμι τα Ιασώ, τα Λητώ και τα Μητέρα - με το ψήσιμο του οβελία, στο οποίο όλοι δηλώνουμε βεβαίως επαΐοντες, αλλά παράλληλα αγνοώντας επιδεικτικά τις εκατόμβες των σφαγμένων ζωντανών, αφού η λεγόμενη (ψεύτικη συνήθως) οικολογική συνείδηση πάει περίπατο μπροστά στη σαγηνευτικά ελκυστική θέα μιας ξεροψημένης νεφραμιάς, καθώς και με τόσα άλλα τετριμμένα, τα οποία επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο τόσο γοητευτικά πανομοιότυπα, όπως η παντοδυναμία του Θρύλου στο Ελληνικό πρωτάθλημα και τα καθιερωμένα ετήσια στραπάτσα του στα απανταχού «ξερά» της Γηραιάς Ηπείρου.
Συνεπής κι εγώ στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα του τόπου - άγιες ημέρες που είναι - μια μόνο στιγμή θέλω τελικά να μοιραστώ...
Με τις mainstream αναμνήσεις λέω αυτή τη φορά να μην καταπιαστώ.
Οι κομπάρσες στιγμές ας λάβουν κι αυτές το ρόλο που τους πρέπει, για λίγο, έστω μόνο για εκείνα τα βαριεστημένα δευτερόλεπτα ανάγνωσης, από ένα ακροατήριο το οποίο μόλις και μετά βίας διακρίνεται σε μια κατά τα άλλα άδεια πλατεία θεάτρου.
Αν λοιπόν αυτές οι mainstream στιγμές οι οποίες έχουν καταγραφεί στο DNA μας, περιφέρονται με έπαρση πρωταγωνιστή πάνω σε μια πασαρέλα αναμνήσεων, τότε μια μόνο στιγμή μπορεί να κλέψει την παράσταση, καθώς παίρνει συνήθως υποχρεωτικά τη σκυτάλη από αυτές όταν τα φώτα της ράμπας αρχίζουν ένα ένα να τρεμοσβήνουν, τη στιγμή ακριβώς που τα κορμιά αποκαμωμένα από την πατροπαράδοτη εορταστική κραιπάλη, παραδίδονται στην αναζωογονητική αποχαύνωση μιας ρουφηξιάς ζεστού ελληνικού καφέ.
Οι σάρκες του δόλιου οβελία έχουν κατακρεουργηθεί και καταναλωθεί όπως τους άξιζε, η θράκα ακόμα σιγοκαίει, τα αποφάγια στο τραπέζι θυμίζουν τη θηριωδία που προηγήθηκε, τα τσόφλια από τα κόκκινα αυγά μπερδεύονται με τις ροδοκόκκινες πατάτες του φούρνου, το τζατζίκι, τα συκώτια από το κοκορέτσι και τα εντεράκια από τη γαρδούμπα, το τραπεζομάντιλο πιο βρώμικο κι από εσώρουχο αστέγου, ενώ το στομάχι παίρνει τη σκυτάλη από τα πόδια και αρχίζει με τη σειρά του να χορεύει τσάμικο, καλαματιανό, καρσιλαμά, καθώς επίσης βαρύ κι ασήκωτο ζεϊμπέκικο.
Μόνο η μυρωδιά ενός φρεσκοψημένου ελληνικού καφέ καθώς έρχεται στο δίσκο μαζί με δροσερό νερό, είναι ικανή να διεγείρει τις νωχελικές, από την υπερκατανάλωση τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης, αισθήσεις.
Εκείνη λοιπόν τη στιγμή, εκείνα τα λίγα κομπάρσα δευτερόλεπτα της ρουφηξιάς του ελληνικού στο χοντρό φλιτζάνι μετά την κραιπάλη, αξίζει τελικά κανείς να τα ζήσει…
…γιατί εκείνη η ρουφηξιά δεν έχει την ίδια γεύση με τις άλλες τις φορές, εκείνη η ρουφηξιά περικλείει όλη την μελαγχολία μιας γιορτής που πέρασε, περιέχει όλη την γλυκιά κούραση μιας παρατεταμένης προσμονής, όλη την ομορφιά μιας άνοιξης που εκρήγνυται, όλη την αναμονή ενός καλοκαιριού που έρχεται…
…αλλά κι όλη την αγάπη των ανθρώπων, των δικών μας ανθρώπων, με τους οποίους μοιραζόμαστε κάποιες επαναλαμβανόμενα όμορφες μα και τελικά γοητευτικά κομπάρσες στιγμές…

Καλό Πάσχα…