Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Αποκλειστικά για εστέτ

Εστέτ αναγνώστη,

Εάν επισκέφτηκες προσφάτως το Oktoberfest στο Μόναχο, έγινες ντίρλα πίνοντας βαρελίσια μπύρα, μπούκωσες με weisswurst και ξυνολάχανα, σε βαθμό που η χοληστερίνη σου χτύπησε limit up και το ουρικό οξύ έγινε πιο οξύ κι από το ακουαφόρτε, έπαθες overdose ακούγοντας Βαυαρέζικα schlager, εάν μετά από όλα αυτά κατάλαβες ότι εσύ είσαι ένας εστέτ, φτιαγμένος για περισσότερο εκλεπτυσμένες εμπειρίες, εάν λαχτάρισες να ακούσεις τον Γαλάζιο Δούναβη του Στράους μια κρύα νύχτα του Οκτώβρη στις όχθες του εν λόγω ποταμού, είσαι βέβαια και οινόφιλος από πάνω, έχεις κι ένα ενδιαφέρον και για τις σύγχρονες τάσεις του design, μην απομακρυνθείς πολύ, μείνε ακόμα λίγο σε Γερμανόφωνα εδάφη, μια άκρως εστετική εμπειρία σε περιμένει.
Από το σταθμό του Μονάχου – που σε πέταξε, άχου, η εστέτ μοίρα σου – παίρνεις το τρένο και σε λιγότερο από 5 ώρες βρέθηκες στην οινοπαραγωγική Βιέννη. Εκεί, έξω από τα ανάκτορα της Μαρίας Θηρεσίας θα απολαύσεις μουσική από Μότσαρτ, Στράους, Χάυντν και Σούμπερτ και θα γευτείς τα υπέροχα Riesling, Grüner Veltliner, Zweigelt και άλλα αυστριακά κρασιά στο φεστιβάλ wine & design, το οποίο διεξάγεται στην Αυστριακή πρωτεύουσα.
Αναρωτιέσαι τώρα εστέτ αναγνώστη που μπορείς να μάθεις περισσότερα; (γιατί έναν καημό είναι αλήθεια ότι τον έχεις εν μέσω χρηματοπιστωτικής κρίσης)
Θα σε μαλώσω, ακόμα δεν το έχεις μάθεις; μα αποκλειστικά εις το εστετολόγιο!

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Running over the same old ground

Στις αρχές προς μέσα των 80's άκουγα στο ραδιόφωνο μανιωδώς τον Άκη Έβενη, που εκείνη την εποχή ήταν στα πολύ πάνω του, άλλες πάλι φορές συντονιζόμουνα στον Ηλία Ξυνόπουλο, έτσι για ποικιλία, που και που ξεστράτιζα και στον Τσαουσόπουλο, αλλά αυτός μου φαινόταν πολύ pop και ντάπα ντούπα και δεν ήταν πολύ του γούστου μου. Η αλήθεια είναι ότι δε μου πολυάρεσε ο βαρύς μακρόσυρτος ήχος της αισθησιακής, κατά τα άλλα, φωνής του Έβενη, αλλά ακριβώς μετά την δοξασμένη εποχή των ραδιοπειρατών με την κακή άρθρωση, «η Σούλα από Κολιάτσου αφιερώνει στον Μήτσο από Κολωνό κι ο Λάκης από Χαλάνδρι αφιερώνει στην Πίτσα από το Μενίδι», έμοιαζε σαν όαση...από την άλλη, ο Γιάννης Πετρίδης μου φαινόταν τότε αρκετά κομπλικέ...
Ο Έβενης λοιπόν θυμάμαι ότι έκανε κάτι εκπομπές ολίγον από όλα, ανακάτευε το heavy metal με τους Simply Red και την Μαντόνα με τους Pink Floyd, κάτι σαν το αλφαβητάρι της μουσικής δηλαδή στα χρόνια της εφηβείας.
Ένα απόγευμα λοιπόν που άκουγα την εκπομπή του Έβενη, μια συνομήλική μου που με γούσταρε πολύ, καθώς με τη φόρα που είχαν πάρει οι ορμόνες μου έμοιαζα μεγαλύτερος και αρρενωπότερος από τα άλλα τα μυξιάρικα κι αυτό φυσικά μετρούσε σε εκείνες τις ηλικίες, την οποία όμως κι εγώ πολύ την γούσταρα, όχι γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά γιατί απλά άρεσε στο μισό σχολείο - τόσο μυαλό είχα - μου πρότεινε λοιπόν να πάμε να δούμε τη Νοσταλγία του Ταρκόφσκι που μόλις είχε βραβευτεί στις Κάννες (!).
Το ΄πα στο σπίτι, άκουσαν Νοσταλγία, Ταρκόφσκι και Κάννες, σου λέει κάτι καλό θα ΄ναι τούτο, σκέφτηκαν ότι σε γενικές γραμμές καλό παιδί ήμουνα και δεν θα πήγαινα να δω, στις δύο η μία τσόντα δωρεάν (για αυτές δεν χρειαζόμουν τη γονική συναίνεση, πήγαινα στα κρυφά), ούτε την «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» με αιμοδιψή και σαρκοβόρα ζόμπυ κι έτσι πήρα την άδεια.
Στην πραγματικότητα, ήθελα να βγω με μια φίλη της που την γούσταρα περισσότερο, αλλά εκείνη όμως δεν γούσταρε εμένα, γιατί γούσταρε άλλον, ο οποίος όμως με τη σειρά του δεν την γούσταρε, γιατί απλά γούσταρε εμένα (!) - τόσο μυαλό είχε - αλλά αφού στη ζωή δεν μπορείς να έχεις πάντοτε αυτό που θες, παίρνεις αυτό που σου δίνεται και λες κι ευχαριστώ. (Απόφθεγμα σαραντάρη, τότε έλεγα άλλα).
«Πάμε της λέω», ποια ήταν η Νοσταλγία, ποιος ήταν ο Ταρκόφσκι, ποιος ήμουνα εγώ, ποια ήταν αυτή, σημασία δεν έδωσα, μπερδεμένα πράγματα από τότε, στην εφηβεία άλλωστε δεν διυλίζεις τίποτα και προκειμένου να δείξω ότι άρχιζα να αντιλαμβάνομαι την ποιότητα κι ότι διέφερα από τους άλλους, που την γούσταραν αλλά που έβλεπαν βιντεοταινίες με τον Στηβ Ντούζο, θα πήγαινα και θα έβλεπα και τον Ταρκόφσκι και τον Κισλόφσκι και τον Μαγιακόφσκι κι όποιον άλλο μου ζητούσε - τόσο μυαλό είχα - παρακαλώντας από μέσα μου να μην είναι τίποτα σαν τον Αγγελόπουλο, που κάτι σκιαχτικά είχα ακούσει τότε για το ύφος των ταινιών του.
Κατά τη διάρκεια της ταινίας γελάσαμε πολύ, όχι γιατί ήταν για γέλια, κάθε άλλο, αλλά γιατί πλέον είχαμε καταλάβει ότι εάν ένα πράγμα δεν το έχεις κάνει κτήμα σου, ή δεν είναι η ώρα σου να το κάνεις, δεν είναι ανάγκη να υποκρίνεσαι για να εντυπωσιάσεις, γιατί απλά θα γελοιοποιηθείς. Αυτά όμως τα μαθαίνεις στην πορεία της ζωής, που πολύ αμφιβάλω τελικά εάν τα μαθαίνεις, για αυτό συχνά πυκνά γίνεσαι ρεντίκολο χωρίς να το καταλάβεις.
Φύγαμε λοιπόν στα μισά της ταινίας γιατί δεν αντεχόταν άλλο και πήγαμε σε μια συνοικιακή ντισκοτέκ της κακιάς συμφοράς, από εκείνες τις χαμηλοτάβανες με τα πολύχρωμα φωτορυθμικά πάνω από το κεφάλι σου, που σε έκαναν να μοιάζεις σαν αστροναύτης της ΝASA έτοιμος να εκτοξευθείς στον πλανήτη Ανδρομέδα και ακούγαμε το «επαναστατικό» Papa don’t preach και το «ηθικοπλαστικό» Like a virgin της Μαντόνα, μια βραδιά Σεπτεμβρίου καλή ώρα, το βλέμμα και το σώμα αχόρταγα να στροβιλίζονται και να απογειώνονται στο πουθενά, ο Σαρωνικός κρυμμένος στο βάθος, ανάμεσα από τις ρυπαρές πολυκατοικίες να λαμπυρίζει με τη φεγγαράδα και με ένα άγχος να γυρίσουμε στις δώδεκα ακριβώς, λες και θα χάναμε το άρβυλο στα σκαλιά της ντίσκο, το λεωφορείο θα μεταμορφωνόταν σε αραμπά και εμείς σε Αντρέι Γκορσακόφ, τον κεντρικό ήρωα της «Νοσταλγίας», που μόλις είχαμε μισοδεί.
Κάπως έτσι πάντως μάθαμε την Μαντόνα, λίγο από τις ντισκοτέκ της εποχής, λίγο από τον Έβενη και τους άλλους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, μια εποχή που εκείνα τα μαγικά ερτζιανά ανακάτευαν, χωρίς play list και πολλές διαφημίσεις, την Μαντόνα, την Whitney Houston, τους ACDC, τους Men at Work, τους Pink Floyd, την Carmina Burana και τον Θωμά Μπακαλάκο. Κόλαση! Πόσα να επεξεργαστεί το ήδη μπερδεμένο εφηβικό μυαλό...

Τι κρίμα, σκέφτομαι σήμερα, που γνώρισα έτσι τον Ταρκόφσκι, την στιγμή δηλαδή που δεν έπρεπε, τον ποιητικότερο των σκηνοθετών και τι ωραία που χόρεψα με τη μουσική της Μαντόνα, την πιο pop από όλους, τη χρονική στιγμή που ακριβώς έπρεπε…

Η Μαντόνα είναι εδώ κι όπως θα έλεγε κι ένα Δελτίο Τύπου της συμφοράς: «για να θυμηθούν οι παλιοί και να την γνωρίσουν οι νεότεροι»…
Ποιοι παλιοί και ποιοι νέοι, κάποιοι άνθρωποι έχουν ηλικία από την ώρα που γεννιούνται και κάποιοι άλλοι δεν αποκτούν ποτέ…
Την πορεία της Μαντόνα δεν την παρακολούθησα είναι η αλήθεια, δεν με ενδιέφερε, δεν μπήκα καν στον κόπο να αναρωτηθώ εάν μου άρεσε ή όχι, απλά μου ήταν εντελώς ουδέτερη, ούτε κρύο, ούτε ζέστη κι όχι γιατί δεν ήταν ποιοτική, χέστηκα, δεν θα μου ρίξει δα το επίπεδο η Μαντόνα - ωιμέ τι λέω, ένας οπαδός του Χατζιδάκι και των Pink Floyd - εδώ δε μου άρεσε άλλωστε ποτέ η Λένα Πλάτωνος κι ο Λουδοβίκος των Ανωγείων που κάποιοι κόβουν φλέβα…
Η Μαντόνα δεν με έκανε να ονειρευτώ, δεν με «ταξίδεψε», αλλά ούτε γέμισε και με μουσικά τοξικά απόβλητα τα εγκεφαλικά μου κύτταρα, απλά χόρεψα «μαζί της» την ώρα που έπρεπε κι αυτό μπορεί να ήταν κάτι, όπως ακριβώς «χτυπήθηκα» σωματικά και ψυχικά και με τους Pink Floyd κι αυτό αρκεί…
Η Μαντόνα απλά θα υπάρχει πάντα εκεί, εγκλωβισμένη μέσα σε μια παγωμένη χρονοκάψουλα, μικρό κομμάτι ενός παζλ, που έπρεπε οπωσδήποτε να συμπληρωθεί την κατάλληλη χρονική στιγμή και τίποτε άλλο, σαν το μουρουνόλαδο με γεύση πορτοκάλι που μου ΄δινε η μάνα μου παιδί, δεν το είχα ανάγκη αλλά το έπινα, σήμερα δεν το πίνω που να με πληρώνεις…

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Ασωτία Ιδιωτική...

Φωτογραφία: Bruce Davidson, Duffy Circus, Ιρλανδία 1967

Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω τον εαυτό μου
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυχτική της ηθική.
Πάντως, δεν ήταν λύση, ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύποπτη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
Τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω
που με κρατάει πάντα μακριά.
Μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ιθάκη

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Zum Wohl!


Φωτογραφία: Willy Ronis, Le Vigneron Giroudin, 1945

Marie Claire, έλα, μην καθυστερείς, ρίξε μια τελευταία γουλιά (Σουηδικό) Cabernet Sauvignon, s'il vous plaît, σήμερα γιορτάζουμε την σωτηρία του συστήματος, ma chérie.

Μα για ποιό σύστημα ομιλείς Jean Claude;

Marie Claire, μα για το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, mon coeur!

Olala Jean Claude, τελικά το σώσαμε το βαριόμοιρο; να καλέσουμε στο πάρτυ και τον Adam Smith, mon amour;

Marie Claire, δεν τα έμαθες;

Τι να μάθω Jean Claude, ανησυχώ!

Marie Claire, έχει εδώ και μέρες κλειστεί στο γραφείο του και δεν μιλάει σε κανέναν, έπαθε λέει κατάθλιψη ο δόλιος!

Μιλάς σοβαρά Jean Claude; Ποιά βάσκανος μοίρα σημάδεψε τον pauvre Adam;

Marie Claire, βγήκε βρώμα λέει ότι κάτι δεν πήγε καλά με τη θεωρία του και κωλοχτυπιέται τώρα κάτω για να την αναθεωρήσει!

Jean Claude, αυτό είναι απίστευτο, είναι τρομερό!

Marie Claire, μόνο τρομερό; Εδώ είμαστε όλοι συγκλονισμένοι βαθύτατα! Στo Νέο Κόσμο λέει τον αμφισβητούν μέχρι και οι τελευταίοι του υποστηρικτές! Άρχισαν σιγά σιγά να κρατικοποιούν μία μία τις εταιρείες, ακούστηκε λέει ότι θα τα κολεκτιβοποιήσουν όλα!

Mon Dieu!!! Jean Claude, έχω τρομοκρατηθεί, έφτασε δηλαδή το τέλος του συστήματος; το τέλος του κόσμου; Εμείς εδώ στον Κόσμο τον Παλιό, τι θα πράξουμε mon amour;

Marie Claire, τι να αυτά που λες, το σύστημα είναι απέθαντο mon coeur!

Δηλαδή Jean Claude;

Marie Claire, μην ανησυχείς, το σύστημα έχει κι άλλα συστήματα πολλά, σε κλείνει μες΄ τη γυάλα σε κόβει σε λεφτά, δεν θα χαθούμε!

Ευτυχώς που με καθυσύχασες Jean Claude, είχα αρχίσει να πανικοβάλομαι, η δόλια η προλετάρια!

Μα για αυτό σου λέω Marie Claire, ρίξε μια γουλιά ακόμα (Σουηδικό) Cabernet Sauvignon να το γιορτάσουμε που ευτυχώς για την ώρα σώσαμε τα μικροαστικά μας υπάρχοντα και φέρε και δύο κρύες μπύρες να δροσιστούμε! Άρχισε βλέπεις το Oktoberfest κι εγώ πεθύμησα Weisswurst, Schweinshaxen και ξυνολάχανα, κουράστηκα πια με την Haute cuisine, ο γκουρμές!

Λες να φωνάξουμε και τον Adam Smith μπας και ξαλεγράρει που έπεσε στα βάσανα;

Το συζητάς Marie Claire; Εγώ λέω να φωνάξουμε και τον Μαρξ μπας και του κακοφανεί, ποιός ξέρει, εάν πιούν κανα κασόνι μπύρες, μπορεί να ξαναγράψουν την ιστορία από την αρχή καλύτερα.

Zum Wohl, λοιπόν Marie Claire!

Zum Wohl, Jean Claude! Zum Wohl!


(η συνέχεια εις το εστετολόγιο!)

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

(Σουηδικός) οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου


Ο Τζων Μπόης πιστός εις τις εστετικές του παρεκτροπές, ανακάλυψε προσφάτως και προσφέρει εις το πολυάριθμο αναγνωστικό του κοινό - καθώς μοναχοφάης και μπεκρής ουδέποτε υπήρξε - μια νέα γευστική εξεζήτηση άρτι αφιχθείσα εκ Βορρά.

Οίνος Σουηδίας λοιπόν προσφέρεται, μαζί με μια σύντομη γευστική διαδρομή στους δρόμους του κρασιού, η οποία περνά από τη Λιθουανία, το Τατζικιστάν, την Ιαπωνία, την Ταϊλάνδη και φτάνει μέχρι και την οινοπαραγωγική Μαδαγασκάρη!

Που συμβαίνουν όλα αυτά;
Μα που αλλού!
Αποκλειστικά εις το εστετολόγιο!

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Josef Koudelka στο Μουσείο Μπενάκη

«Πιθανόν ο μοναδικός, ηθικός κανόνας που πρέπει να έχει ένας φωτογράφος είναι ότι κάθε φορά που κρατάει τη μηχανή μπροστά από τα μάτια του σκέφτεται ότι πρέπει να μπει στη θέση του ανθρώπου που φωτογραφίζει. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, γνώρισα έναν ηλικιωμένο κύριο, ο πρώτος που κατάλαβε ότι έχω “μάτι”. Θυμάμαι ότι μου έλεγε πως ο φωτογράφος κάνει το θέμα και το θέμα κάνει τον φωτογράφο...Με όποιο πράγμα και αν ασχολείται ο άνθρωπος, τελικά αυτό τον προσδιορίζει.
Απεχθάνομαι την εικόνα του φωτογράφου που μασάει τσίχλα και τραβάει φωτογραφίες χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα γι’ αυτό που κάνει».

Τάδε έφη Josef Koudelka, ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους όλων των εποχών, σε παλαιότερη συνέντευξή του στην Καθημερινή.

Για τον Josef Koudelka, η μοίρα του οποίου στιγματίστηκε από τα γεγονότα της Άνοιξης της Πράγας, ανατρέξτε στο παραπάνω link της Καθημερινής, ενώ για φωτογραφίες του
εδώ.

Έργα του πάντως θα εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς)
από τις 18 Σεπτεμβρίου έως τις 23 Νοεμβρίου και αξίζει κανείς να τα δει, θαυμάζοντας την κοφτερή, σκληρή, αλλά και παράλληλα συγκινητική του ματιά.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Η φωτογραφία

Φωτογραφία: Robert Doisneau, L'accordéoniste, 1951

Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι η φωτογραφία ενδεχομένως να λειτουργεί σε πολλούς ως υποκατάσταστο της ζωγραφικής, με άλλα λόγια δηλαδή, αυτή ακριβώς η ενασχόλιση με τη φωτογραφία αποτελεί το απωθημένο όσων αισθάνονται ότι δεν διαθέτουν το ταλέντο της ζωγραφικής μέσα τους και βέβαια σε αυτή μου ακριβώς την αυθαίτερη προσέγγιση λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ενώ προσωπικά θα επιθυμούσα διακαώς να είμαι σε θέση να ζωγραφίζω ή έστω να σκιτσάρω, στην πραγματικότητα αδυνατώ να χαράξω έστω και μια ευθεία γραμμή.
Αυτή όμως η προσέγγιση, παρόλα αυτά, αισθάνομαι ότι αδικεί την ίδια την τέχνη της φωτογραφίας, καθώς κρίνοντας και πάλι εξ ιδίων, η ένταση των συναισθημάτων μου είναι υψηλότερη παρατηρώντας μια «δυνατή» φωτογραφία απ΄ ότι έναν διάσημο πίνακα. Κάποτε αισθάνθηκα δέος αντικρίζοντας τους πίνακες του πιο αγαπημένου μου ζωγράφου, του Fernando Botero, όμως το συναίσθημα παρατηρώντας τις φωτογραφίες του Henri Cartier Bresson ή του αγαπημένου μου, Robert Doisneau, είναι σαφώς εντονότερο.
Στην Ελλάδα αισθάνομαι ότι η εξοικείωση του κοινού με τη φωτογραφική εικόνα και τον οπτικό πολιτισμό δεν είναι μεγάλη, ενώ ο σχεδιασμός εκπαιδευτικών προγραμμάτων σχετικά με την τέχνη της φωτογραφίας είναι - εάν δεν κάνω λάθος - ανύπαρκτος.
Μια φιλότιμη προσπάθεια στην Ελλάδα πραγματοποιείται από το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, το οποίο, απ΄ ότι με ιδιαίτερη χαρά, πληροφορούμαι εδώ, θα διοργανώσει, κατόπιν ανάθεσης από το Théâtre de la Photographie et de l’Image στη Νίκαια, μια έκθεση για τη σημερινή ελληνική φωτογραφική σκηνή, η οποία θα παρουσιαστεί από τις 18 Σεπτεμβρίου έως τις 9 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η έκθεση με θέμα «10 όψεις της ελληνικής φωτογραφίας - Σύγχρονες τάσεις δημιουργίας», με 100 έργα δέκα νέων φωτογράφων θα αποτελέσει μιαν αφήγηση της πρόσφατης ελληνικής δημιουργίας από το 1995 μέχρι σήμερα.

Με τη φωτογραφία - όσοι με παρακολουθούν εδώ θα έχουν καταλάβει ότι τρέφω μια ιδιαίτερη αγάπη για αυτήν, δηλώνοντας παράλληλα απελπιστικά ερασιτέχνης (η φωτογραφική μου μηχανή είναι μάλλον για κλάματα) - δεν σταματώ εδώ, προσεχώς διοργανώνεται στην Αθήνα μια εξαιρετικά σημαντική έκθεση φωτογραφίας, ενός διάσημου φωτογράφου, αλλά για αυτό θα γράψω στο επόμενο άρθρο.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Ευπώλητο μέλλον

Παρατηρώντας παιδικά πρόσωπα από φωτογραφίες του παρελθόντος (σημειωτέον αγαπημένο μου θέμα στη φωτογραφία), πάντα αναρωτιέμαι τι έχουν απογίνει αυτά τα πρόσωπα, ποια πορεία ακολούθησαν στη ζωή τους και μέσα από ποιες συμπληγάδες τελικά πέρασαν για να φτάσουν άραγε που...

Ο σκανδιαλιάρης πιτσιρικάς της διάσημης φωτογραφίας με τίτλο «Les écoliers de la rue Damesme», απαθανατίστηκε από τον φακό του Robert Doisneau το 1956, σήμερα λοιπόν - εφόσον είναι εν ζωή - θα πρέπει να διανύει την έκτη του δεκαετία.

Τότε ξεκινούσε το σχολείο χαρούμενος, προφανώς σε αυτήν την ηλικία δεν θα πρέπει να είχε επαγγελματικά όνειρα και φιλοδοξίες, είχε όμως διάθεση για παιχνίδι και σκανδαλιές, όπως όλα τα παιδιά σε κάθε εποχή.
Ενδεχομένως στην πορεία της ζωής του - εφόσον ακολούθησε μια on the road διαδρομή - θα πρέπει να καταπιάστηκε με παιχνίδια ανταγωνισμού, να κατέλαβε επιτελικές θέσεις στον σκληρό κόσμο των επιχειρήσεων, να αγωνίστηκε για να ανέλθει επαγγελματικά και κοινωνικά, να καταπίεσε το σκανδαλιάρικο παιδί που είχε μέσα του κάτω από τόνους φιλοδοξιών, να πολέμησε για ένα ιδιωτικό ευπώλητο μέλλον, μπορεί ακόμα χειρότερα να έγινε και blogger και να έφτασε μεσήλικας αισίως να παρατηρεί εκείνη τη διάσημη φωτογραφία του, αναζητώντας μάλλον μάταια την εδώ και χρόνια απωλεσθείσα παιδικότητά του...

Τα σχολεία ξεκινούν λοιπόν ξανά και οι μαθητές της κάθε οδού Damesme, θα οδεύσουν και πάλι χαρούμενα σε μια αβέβαιη πορεία προς το αύριο...
Δεν χρειάζεται να βιαστούν, οι ανταγωνισμοί και οι φιλοδοξίες άλλωστε θα τους περιμένουν στη στροφή...

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Το εστετολόγιο

- Ναι, γουερντοπρεσία εκεί;

Πως είπατε;

Άνοιξε πάλι το εστετολόγιο;

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Μικρό βιβλίο, Μεγάλα όνειρα

Φωτογραφία: Stanko Abadžic

«…το ξενοδοχείο που πηγαίναμε με τη θεία Ρόζα ήταν πάντα κακοφωτισμένο, όταν τελειώναμε η θεία έκλαιγε και προσπαθούσε να συμμαζέψει ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή της σ’ έναν παλιό κορσέ,
όταν βγαίναμε περπατούσαμε αμίλητοι…

«είμαι μεγαλύτερη σου, σε αποπλανώ», μου ‘πε κάποτε
«ναι θεία, αλλά θα πάτε στον παράδεισο γι’ αυτό…»


Τάσος Λειβαδίτης
Μικρό βιβλίο, Μεγάλα όνειρα

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Το Σπούτνικ

Φωτογραφία: Τζων Μπόης

Εάν υπάρχει κάτι να με γοητεύει στον Σεπτέμβριο είναι το γεγονός ότι αυτός ο μήνας δεν σου παρέχει συνήθως καμία υπόσχεση, σου ζητάει απλά δεσμεύσεις, είναι ειλικρινής, ντόμπρος, από αυτόν τον μήνα μάλλον δεν έχεις να περιμένεις τίποτα σπουδαίο, στην πραγματικότητα δεν είσαι προετοιμασμένος να περιμένεις και τίποτα της προκοπής είναι η αλήθεια.

Τον μήνα τούτο δεν τον έχουμε αντιμετωπίσει με τη δέουσα προσοχή και το απαραίτητο σέβας, αντιθέτως τον αντιμετωπίζουμε με μιαν ακατέργαστη καχυποψία.

Ο Σεπτέβριος μοιάζει με εκείνες τις πρώτες αβέβαιες διαστημικές αποστολές, σαν ένα Σπούτνικ που εκτοξεύεται με σκοπό να μπερδευτεί με τη γαλαξιακή σκόνη και να μπει σε τροχιά γύρω από το μικρό σου σύμπαν...

Ο Σεπτέμβριος είναι άοκνος εργάτης, δεν προσφέρεται για δημόσιες αυταπάτες, δεν είναι συμπονετικός, δεν είναι γενναιόδωρος, σε παραλαμβάνει δεύτερο χέρι από τον Αύγουστο και με κυνική υπηρεσιακή σχολαστικότητα σε τροχοδρομεί προμελετημένα σε on road διαδρομές τις οποίες θες να ξεχάσεις…

…άλλες πάλι φορές μοιάζει σαν μια καταδικασμένη συνομωσία απόδρασης…
…σαν μια ανεκπλήρωτη ιδιωτική ασωτία...

…χρειάζεται την απαραίτητη μαστοριά για να προσγειωθείς ομαλά στο κοσμοδρόμιό του, να σκάψεις την τραχιά του επιφάνεια και να ανακαλύψεις στο βάθος τον τρυφερό πυρήνα του (...λέμε τώρα...)