Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Περί οίνου ο λόγος


Το κρασί, το σεξ και η...Δανία.
Πληροφορίες ενταύθα

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Για όλα φταίει το γκαζόν;

Φωτογραφία: Τζων Μπόης

Δεν ξέρω γιατί - και βέβαια ούτε το ψάχνω - αλλά ουδέποτε κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο ο έρως κυρίως συνδυάζεται με το φλογερό κόκκινο ή έστω με το λαμπερό ροζ, όπως επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί να μην δεχτούμε ως χρώματα του έρωτος, το σικλαμέν, το βεραμάν, το μουσταρδί ή έστω και το γκρι αρζάν!
Για έναν περίεργο και ανεξήγητο λόγο, για μένα ο έρως δεν ήταν ποτέ τυφλός, αλλά ήταν και είναι συνδεδεμένος με το έντονο πράσινο του φρεσκοποτισμένου γκαζόν, με το γοητευτικό υπόλευκο του ώριμου μανιταριού, με το φωτεινό κίτρινο του ατόφιου χρυσού (παραδόπιστε Αιγόκερε!), καθώς και με το λαμπερό πορτοκαλί του ωραιότερου ηλιοβασιλέματος.

Ένα πάντως είναι το βέβαιο, όποιος είναι ερωτευμένος - εφόσον γλιτώσει από την κατάσταση της τυφλότητος - σίγουρα δεν θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αχρωματοψίας.

Υ.Γ.: ...και κάτι τελευταίο, ε ναι, για όλα φταίει το γκαζόν (αγοράκι είμαι και ξέρω)

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Έγχρωμο διάλειμμα

Φωτογραφία: Τζων Μπόης

Υπάρχουν μέρη τα οποία δεν θα μπορούσα να τα φωτογραφίσω ασπρόμαυρα, όχι ότι το ασπρόμαυρο έχει κάτι κακό, αντιθέτως μάλιστα, το βρίσκω ιδιαίτερα ελκυστικό, αλλά ούτε και πιστεύω όμως ότι το απρόμαυρο είναι κατά ανάγκη περισσότερο καλλιτεχνικό από το έγχρωμο.
Υπάρχουν μέρη τα οποία τα έχεις συνδυάσει με τη χαρά της ζωής (η οποία είναι κατά βάση πολύχρωμη), μέρη στα οποία αισθάνεσαι να σε κατακλύζουν τα χρώματα, να εισχωρούν μέσα στο πετσί και στα κύτταρά σου, μέρη στα οποία νιώθεις ότι συμμετέχεις σε μια ευφάνταστη ταινία κινουμένων σχεδίων κι εσύ απλά είσαι ένα χαρούμενο καρτούν, μέρη που σε τραβούν σαν το ψάρι στην απόχη, μέρη στα οποία επιστρέφεις σαν δολοφόνος στον τόπο του εγκλήματος, ψάχνοντας, όχι για να βρεις κατά ανάγκη ίχνη που δεν έχουν σβηστεί, αλλά για να επαναλάβεις το ίδιο κάθε φορά έγκλημα.
Το Ναύπλιο με ηρεμεί, με γαληνεύει, ζηλεύω τον φίλο μου τον Π. που κληρονόμησε ένα παλιό αρχοντικό και κατοικεί πλέον εκεί με την γυναίκα και τα παιδιά του. «Φεύγω από την Αθήνα πριν είναι αργά», μου είπε κάποτε κι εγώ δάγκωσα τα χείλη. Παράτησε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα κι έφυγε για να ανακαινήσει το ετοιμόρροπο νεοκλασικό του, αναζητώντας έναν χαμένο μίτο ανάμεσα σε ξεχαρβαλωμένες ξύλινες σκάλες, σε ξεθωριασμένα χρώματα στα καφασωτά παραθυρόφυλλα, ανάμεσα σε ετοιμόρροπους τοίχους που μύριζαν μούχλα και υγρασία, σε σπασμένες γλάστρες με γεράνια και τριανταφυλλιές.
Δεν εξιδανικεύω τη ζωή στην επαρχία, στην πραγματικότητα δεν την γνωρίζω, ίσως να μην μπορούσα να μείνω ποτέ τελικά σε ένα μέρο μικρό, στο οποίο νιώθεις τα βλέμματα, σαν ανακριτικοί προβολείς, να καρφώνονται πάνω σου.
Ούτε η Αθήνα είναι το τέρας που ώρες ώρες περιγράφουμε, ούτε η επαρχία είναι ο κήπος της Εδέμ.
Σε αυτό όμως το μέρος έχω σκεφτεί ότι θα ήταν ωραία να περάσω τα γεράματά μου, γιατί η αλήθεια είναι ότι εύκολος γέρος δεν θα είμαι, η καλή άλλωστε μέρα από το πρωί φαίνεται. Έτσι μάλιστα όπως φαντάζομαι τα γηρατειά μου γκρίζα, χωρίς σύνταξη και ιατροφαρμακευτική κάλυψη, γιατί σε λίγα χρόνια τι θα έχει μείνει όρθιο από το σύστημα, κι εγώ ένας γέρος σκέτο στραβόξυλο μέσα στην γκρίνια και στην κακομοιριά, να μην αφήνω άνθρωπο σε χλωρό κλαδί, να ζητάω τα χάπια για την πίεση και να φωνάζω για την πάπια (όχι του Πεκίνου, αλλά την άλλη), γιατί θα μου έχει πρηστεί και ο προστάτης κι εκείνοι οι ταλαίπωροι από πίσω μου να αναθεματίζουν την ώρα και τη στιγμή που ζω ακόμα και να λένε: «δεν θα πεθάνει ο σκατόγερος κάποια στιγμή να ησυχάσουμε;», τότε ένα τέτοιο μέρος όπως το Ναύπλιο, να μπορεί και να με αντέξει και να απαλύνει, έστω και λίγο, τις παραξενιές μου.

Φωτογράφισα, για μία ακόμα φορά το Ναύπλιο, έτσι όπως εγώ το νιώθω, πόλυχρωμο, ζεστό, ανθρώπινο, ένα αποκούμπι μετά τον δύσκολο φόρτο της καθημερινότητας...
...την ώρα που έπεφτε το κλείστρο, με την άκρη του ματιού μου, είδα στον υγρό ορίζοντα ένα ανεπαίσθητο ουράνιο τόξο να βγαίνει μετά τη χειμωνιάτικη βροχή...
...σαν να μπήκαν λίγα χρώματα παραπάνω στην παλέτα...

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Τα πουλιά δεν σκοντάφτουν ποτέ

Φωτογραφία: Τζων Μπόης

Είχα ντυθεί ζεστά και περπατούσα στην Πλατεία Αριστοτέλους.
Σάββατο κι απόβραδρο ή μάλλον λίγο πριν, χωρίς ασετιλίνη, είχα πλάτη μου τη θάλασσα και το λιμάνι και κοιτούσα γύρω μου, δεν σκεφτόμουν τίποτα παρά μόνο αφουγκραζόμουν τους ανάκατους ήχους της πλατείας, μουσικές, φωνές και γλώσσες άγνωστες.
Αυτό το πολύχρωμο αστικό τοπίο πάντα με συγκινούσε. Όσο και αν προσπάθησαν να το κάνουν ομοιογενές, να το μετατρέψουν σ΄ έναν χλιαρό εθνικό χυλό, αυτό, σαν απόηχος μιας μακρινής, αλλά και τόσο κοντινής στην πραγματικότητα ιστορίας, έχει διαπωτισθεί από τα χρώματα, τις γλώσσες και τις μουσικές που κάποτε συμπλήρωναν το γοητευτικό παζλ της πολιτισμικής του διαφορετικότητας.

Η ιστορία όμως μάλλον γράφεται ερήμην μας και οι λαοί συχνά πυκνά σκορπίζονται σαν τα πουλιά...
Χαοτική η κυκλοφορία στην Τσιμισκή και στη Λ. Νίκης, βρέθηκα έξω από το Ηλέκτρα Παλλάς, είχα αργήσει, το ραντεβού ήταν στον πεζόδρομο της Καλαποθάκη για φαγητό.
Άνοιξα το βήμα μου, αλλά σκόνταψα πάνω σε μια καλοντυμένη κυρία που κρατούσε ένα κουτί από το ζαχαροπλαστείο του Χατζηφωτίου, ζήτησα συγνώμη με συστολή.
Την είδα που κοίταξε ψηλά σαν να μου έκλεινε το μάτι.
Ακολούθησα το βλέμμα της κι ένιωσα κάτι όμορφο να κατακλύζει την ψυχή μου.

«Δεν πειράζει, μόνο τα πουλιά δεν σκοντάφτουν», την άκουσα να μου λέει με μια γλυκιά σλάβικη προφορά...