Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Παλιμπαιδισμός


Σκηνικό στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, λίγο πριν την έλευση της έγχρωμης τηλεόρασης στην Ελλάδα, της βιντεοκασέτας και του ΠΑΣΟΚ...

...θες τη συνέχεια;
κάμε ένα κλικ εδώ

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Το παραλήρημα του Golden Boy

Είχα να τον δω πολύ καιρό και που να το φανταζόμουνα δηλαδή ότι θα τον έβλεπα σε εκείνο το σημείο, στο πιο απίθανο δηλαδή μέρος για ανθρώπους σαν κι αυτόν!
Η αλήθεια είναι ότι όταν συναντώ κάποιον τον κοιτώ απευθείας στα μάτια κι όχι σε αυτά που φοράει ή σε αυτά που κρατάει, έχω κι ένα επίπεδο να διαφυλάξω, ξέρετε.
Εκείνη τη φορά όμως, τα δύο μου περίεργα μάτια αντί να κατευθυνθούν αυτόματα πάνω στα δικά του, πήγαν τα άτιμα και καρφώθηκαν σε αυτό που κρατούσε, δηλαδή πάνω σε μια πλαστική σακούλα από εκπτωτικό σούπερ μάρκετ! Ε όχι, αυτό πήγαινε πολύ, μα πριν προλάβω να επεξεργαστώ αυτή την οπτική πληροφορία στο μυαλό μου, με την άκρη του ματιού μου συνειδητοποιούσα ότι μαζί με τη τσάντα από το εκπτωτικό σούπερ μάρκετ κρατούσε κι άλλη μία από στοκάδικο, από το οποίο μόλις είχε εξέλθει.
Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είπα και συνέχισα σκεπτικός την πορεία μου.
Παλιά δουλεύαμε μαζί, καθόμασταν στα διπλανά γραφεία κι από τον ένατο όροφο του κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας, βλέπαμε κι οι δύο καρφί απέναντί μας την Ακρόπολη, φοβερή θέα, εμείς όμως ζούσαμε με εκείνο το όνειρο, το τρελό, το απατηλό, ότι κάποια μέρα θα βλέπαμε μόνο το Empire State Building απέναντί μας. Αυτό πάντως ήταν το ωραιότερο γραφείο που βρέθηκα ποτέ, εάν και τα έπιπλα θλιβερά, το χρώμα στους τοίχους γκρίζο, άσε που εκείνη την εποχή μοιραζόμασταν έναν υπολογιστή ανά δύο γραφεία, άσε που δεν είχαμε και internet, άσε που γράφαμε και με Bic, μιλάμε δηλαδή για προϊστορική τεχνολογικά εποχή, αλλά βρε παιδί μου, τότε δούλευες για το ονόρε, για το γαμώτο, έλεγες μέσα σου: «ρε δεν θα φτάσω κι εγώ εκεί ψηλά κάποια μέρα; θα φτάσω! δεν θα έχω το δικό μου σούπερ ντούπερ γραφείο από ξύλο τικ, τη δικιά μου γραμματέα, μια Mont Blanc για αρχή βρε αδερφέ να έχω να υπογράφω το κατιτίς μου και μετά παίρνω και την Cartier», τα έλεγες μέσα σου αυτά και τα πίστευες κι από πάνω, φανταζόσουνα μεγαλεία και χλιδή, να υπογράφεις χαρτιά, να προσλαμβάνεις και να απολύεις, να πουλάς και να αγοράζεις μετοχές σαν τον Charlie Sheen στο Wall Street, να ζητάς από τη γραμματέα σου να σου κάνει καπουτσίνο και μασάζ στην πλάτη κι ότι άλλο σου έκανε ευχαρίστηση, να βγαίνεις έξω στη μάζα του γραφείου και να κατεβάζεις καντήλια, ντέρτυ μάδερ φάκερς και σαν οβ ε μπιτς, γιατί δεν πρόλαβαν το deadline το γαμημένο, να τρέχουν από πίσω σου οι γκόμενες κι εσύ να τις βάζεις στην κάμπριο Mercedes και να σκίζεις σαν τον Σουμάχερ την παραλιακή, γιατί ουαί κι αλοίμονο εάν έκανες διαφορετικά, το σύστημα σε ήθελε μέσα στη φιλοδοξία και στο γκλάμουρ, σε ήθελε ιλουστρασιόν, γιατί εάν δεν ήσουν πιστός στις προσταγές του career orientation, ωχού μανούλα μου, θα σε ξέρναγε το πρόστιχο και μετά άντε να φιλάς κατουρημένες ποδιές μπας και σε πάρει κανένα αφεντικό στη δούλεψή του για τρεις κι εξήντα, να κολάς τα ένσημα με το σάλιο στην καρτέλα! Ντεκαντάνς και πάλι ντεκαντάνς δηλαδή, ειδικά για ένα εκκολαπτόμενο golden boy των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’90, η έλλειψη φιλοδοξίας τέτοιου βεληνεκούς ισοδυναμούσε με χαβιάρι χωρίς σαμπάνια, με ροκφόρ χωρίς τη μούχλα, με σούσι χωρίς το φύκι!
Εκείνη λοιπόν την εποχή κατεβαίναμε από το συγκεκριμένο κτίριο και χτυπάγαμε καμιά τυρόπιτα κουρού από τους Μερακλήδες στην Αιόλου, πίναμε καμιά μπυρίτσα στην πλατεία των Αγίων Θεοδώρων (ε ναι Amstel τι άλλο, μετά μάθαμε τη Leffe), στο τσακίρ κέφι χτυπάγαμε και κανένα κοψίδι από τον Τέλη στην Ευριπίδου, ο οποίος μία παραμονή Πρωτοχρονιάς - μια που άνοιξα την καρδιά μου και τα λέμε τώρα μεταξύ μας δηλαδή - που έπρεπε να κάτσουμε έως αργά (τι σκατά golden boys θα γινόμασταν εάν δεν κάναμε αλλαγή του χρόνου με τη γραβάτα στο γραφείο, μου λέτε;) πήγαμε λοιπόν στου Τέλη, αλλά επειδή τραπέζι δεν βρίσκαμε με τίποτα, γιατί μας είχαν προλάβει κάποια άλλα εκκολαπτόμενα golden boys από την ανταγωνίστρια επιχείρηση, ο…μαιτρ μας φέρθηκε δερβίσικα και καραμπουζουκλίδικα και μας πέταξε (στην κυριολεξία) στα όρθια μερικές μπριζόλες να στηλωθούμε τα έρμα τα άγουρα τα golden boys, τις οποίες βεβαίως τις καταβροχθήσαμε σαν τα όρνια στο πόδι σε ένα παγκάκι στην πλατεία Κουμουνδούρου, πριν πάρουμε το λεωφορείο της γραμμής για το σπίτι και κάνουμε αλλαγή του χρόνου κι εμείς πολιτισμένα.
Τα χρόνια πέρασαν σαν νερό όμως, εμείς περάσαμε τα σαράντα, δόξα το Θεό, με λίγες μόνο εκδορές και μόλωπες από το πολύ το career orientation, το self motivation και το work under pressure, αποκτήσαμε κάποιες θέσεις που ονειρευόμαστε τρίβοντας παντελόνια και μανσέτες στα γραφεία, εντάξει, γλύφοντας και κανένα κώλο στην ανάγκη, αποκτήσαμε και μερικές καλοζωισμένες κοιλίτσες και μερικούς ασημί κροτάφους (γιατί αυτή είναι γοητεία στον άντρα τον πετυχημένο και τον businessman), βγάλαμε τα μάτια μας στις οθόνες του υπολογιστή και κάποια φράγκα από μπόνους που βεβαίως τα φάγαμε στα μπουζούκια και στα λέλουδα, πότε στη Γαρμπή, πότε στο Νότη και πότε στην Πρωτοψάλτη και στον Κραουνάκη, γιατί ώρες ώρες είχαμε κι ένα επίπεδο, χτυπήσαμε και δύο-τρία Λονδίνα, μερικά Παρίσια, εντάξει βάψαμε και το εξοχικό, γευτήκαμε σούσι και σαμπάνια, στη ζούλα χτυπούσαμε και κανένα βρώμικο στο Μοναστηράκι, δοκιμάσαμε και λίγο χαβιάρι και τρούφα, γιατί τι να το κάνεις το μάστερ οβ σάιενς άνθρωπέ μου εάν δεν μπορείς να το εξαργυρώσεις με λίγο μπελούνγκα και μπρίκ, αλλάξαμε και το σαραβαλάκι με κάτι πιο σουλουπωμένο και στιλάτο, φορέσαμε κι ένα Brioni, ένα Ferragamo, ένα Canalli, μπήκαμε άγρια και στο κανάλι, το ρίξαμε στα σκληρά της φανταιζί βιοπάλης, δώσαμε τον ιερό όρκο του μάνατζερ ότι στόχος είναι λεφτά που λέει και η αοιδός κι ότι sky is the limit, γιατί όπως ο δράκουλας ζει από το αίμα, ένα golden boy ζει από τη φιλοδοξία και στην πορεία, αφού καταλάβαμε ότι πριν να μας πάρουν τέσσερις κι ο παπάς πέντε, και αντί οι δόλιοι να αποκτήσουμε μεζονέτα με πισίνα στην Πολιτεία, φλερτάραμε με το λευκό δωματιάκι του Δρομοκαϊτείου, με τα χεράκια όχι ψηλά που λέει κι ο Χατζηγιάννης, αλλά δεμένα ζαλιά πίσω που λέω εγώ ο Γιάννης, αποτοξινωθήκαμε και φωνάξαμε απεταξάμην και απελθέτω απ΄εμού το ποτήριον τούτο, λουφάξαμε στην ευζωία του απλού υποτιμημένου μισθού και της μικροαστικής ζωής μας και τώρα που δεν μας έμεινε δεκάρα τσακιστή, διαπιστώνοντας ότι όχι απλά golden δεν είμασταν αλλά ούτε από ζιργκόν, τρομάρα μας, ανακαλύψαμε - ευτυχώς δηλαδή - τα στοκάδικα και τα no name.
Πάντως βρε παιδί μου το θέαμα ήταν κάπως σοκαριστικό μόλις τον είδα, από το συνοικιακό ρουχάδικο στα Brioni κι από τη χύμα ρετσίνα στo Château Lafite Rothschild χρειάστηκαν κάποια χρονάκια, όμως - την τύχη την κακούργα και την άπονη - από τα Brioni στo στοκάδικο κι από το ακριβό ντελικατέσεν στα no name γιαούρτια χρειάστηκαν μόλις μερικοί μήνες, που να το πεις και που να το ομολογήσεις και να μη σε μουντζώσουν χειροπόδαρα, κι όχι τίποτα άλλο δηλαδή, αλλά σκέφτομαι κι εκείνη τη φουκαριάρα τη μάνα του που του είχε χαρίσει σταυρό Gavello όταν έγινε manager!

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Ρετρό

Photo: Carmelo Nicosia

...η συνέχεια
εδώ...

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Όνειρα


Photo: Nuri Bilge Ceylan

Zητούνται όνειρα έγχρωμα, κατά προτίμηση σινεμασκόπ, όνειρα high definition, ψηφιακά, τρισδιάστατα, όνειρα dolby surround, πολυκάναλα, όνειρα καλλιτεχνικά και τεχνολογικά άρτια, όνειρα, ας πούμε made by Tarkovsky, όνειρα ιλουστρασιόν, όνειρα φαντασμαγορικά, όνειρα παιδικά, όνειρα πρωτότυπα, όνειρα θερινής νυχτός και όχι μόνο, όνειρα τρελά, απατηλά, όνειρα, πουλιά μου διαβατάρικα, όνειρα πολύπλοκα, πολυεπίπεδα, πολυμορφικά, όνειρα view master, όνειρα free download, όνειρα απολαυστικά...

Ζητούνται όνειρα γενικώς, αλλά και ειδικώς, όνειρα κατά προτίμηση υπερπαραγωγή και υψηλού μπάτζετ.
Ιδέες ενταύθα.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Συγκατάβαση

Photo: Stephan Vanfleteren

«Σήμερα η μέρα», μου είπε μια σκεπτική συνάδελφος, «είναι για ενδοσκοπήσεις και εξομολογήσεις».
«Λες;», απάντησα αμήχανα και χωρίς όρεξη, όπως κάνω συνήθως όταν περιμένω να ακούσω μια στερεότυπη απάντηση.
«Είναι συννεφιά, κάνει κρύο, ο καιρός ξέρεις», μου απάντησε.
Θα μπορούσα να αρχίσω έναν ατέρμονο διάλογο, μιλώντας περί ανέμων, υδάτων και άλλων αμπελοφιλοσοφιών, για να υποστηρίξω στο τέλος ότι εάν θες να ενδοσκοπηθείς μια χαρά είναι και ο καύσωνας, αλλά τι σημασία θα είχε, αφού τελικά προτιμώ το κρύο από τη ζέστη, αλλά κυρίως απεχθάνομαι τις ενδοσκοπήσεις, ιδίως εκείνες οι οποίες υπαγορεύονται από τα καιρικά φαινόμενα.

Με είδε χωρίς διάθεση για κουβέντα, στην πραγματικότητα, ίσως να μην είμαι και συγκαταβατικός άνθρωπος, στο κάτω κάτω μπορεί να θεωρούμαι καλός ακροατής, αλλά στην πρόζα έχω τις αδυναμίες μου, άσε που για να μου ανοίξεις το κέλυφος χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια.
«Τελικά θα τα γράψω στο blog», μου εξομολογήθηκε.
Την κοίταξα απορημένος, όχι γιατί μόλις μάθαινα ότι διαθέτει blog - μεγαλύτερο αιφνιδιασμό θα ένιωθα εάν μου έλεγε ότι διαθέτει καταθέσεις στην τράπεζα - αλλά απλά γιατί θα κατέφευγε στη λύση της δημόσιας εξομολόγησης για να νιώσει καλύτερα, να αποσυμπιεστεί και να απαλλαγεί από τα προσωπικά της φορτία.
Τα blogs αλλά και γενικότερα ο δημόσιος χώρος του διαδικτύου μοιάζει πότε με ασκό του μποξ και πότε με αερόσακο, απλά μου είναι δύσκολο να κατανοήσω αυτή τη λογική, είναι σαν να βγεις, ας πούμε, στην πλατεία Συντάγματος, και να βροντοφωνάξεις στα πλήθη ότι, π.χ. ο σύντροφός σου δε σε καταλαβαίνει κι ότι ενδεχομένως πλακώθηκες στο ξύλο μαζί του, ότι παίρνεις ψυχοφάρμακα, ότι το παιδί σου έπλεξε με ναρκωτικά, ότι νιώθεις μόνος, ότι έχεις να κάνεις σεξ από την εποχή του Νώε, ή ακόμα ότι το…εργαλείο σου αρχίζει και ρετάρει. Θα το έκανε κανείς αυτό; Τι διαφορά έχει το διαδίκτυο λοιπόν, το γεγονός ότι δεν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον; Είναι αυτό αρκετό; Είναι αυτό ένα καλό δίκτυ ασφαλείας;
Παλαιότερα, θεωρούσα μεγάλη ντεκαντάνς να βγεις σε ένα δημόσιο χώρο και να βγάλεις φόρα παρτίδα τα προσωπικά σου, σήμερα και με όλη αυτή την εξοικείωση με τις δημόσιες καταθέσεις ψυχής (μα τι έκφραση κι αυτή, πόσο reality show θυμίζει) το δέχομαι μάλλον με συγκατάβαση.
Συγκατάβαση, αυτή τη λέξη την μισώ, έχει άρωμα ισορροπίας, έχει μαλακές άκρες και χνουδωτή επιφάνεια, ακροβατεί μεταξύ αλήθειας και ψέματος, μοιάζει με χλιαρό χυλό, με άγευστη σούπα, μοιάζει με σιρόπι για τον βήχα, θλιβερό στη γεύση, ευεργετικό για τον πόνο, αλλά όπως κάθε φάρμακο έχει κι αυτό μια κάποια επικινδυνότητα.
Από όλη αυτή τη σκέψη, αυτό που πραγματικά αντιλαμβάνομαι είναι αυτή η απέραντη μοναξιά που κρύβουν οι ανθρώπινες σχέσεις, από μακριά μοιάζουν με όαση στην έρημο, αλλά όταν πλησιάζεις καταλαβαίνεις ότι πρόκειται απλά για οφθαλμαπάτη.
Οι άνθρωποι επιδιώκουν τη συγκατάβαση, ακόμα και την ψεύτικη, την προσποιητή, εκείνη που λέει, «σε καταλαβαίνω, αλλά άσε με στην ησυχία μου», ψάχνουν για τις μαλακές επιφάνειες, τις στρογγυλές τις άκρες, πως γίνεται όμως ενώ όλοι αναζητούμε το ίδιο πράγμα να καταφεύγουμε συνήθως στην τραχύτητα, στην έπαρση, στις άκαμπτες εκφράσεις, πως γίνεται με μια μονοσύλλαβη λέξη να κόβεις τον βήχα σε κάποιον που σου ζητά ένα αναλγητικό ψυχής…

…κάπως έτσι θυμήθηκα ένα απόσπασμα από ένα ποίημα της Ζωής Καρέλλη, το έγραψα σε ένα post it και το κόλλησα στο pc:


«Δίχως της συγκατάβασης τη χάρη, στεγνών' η δύναμη την ευφορία του σώματος»

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

11 λεπτά και 11 μέτρα

Photo: Ferdinando Scianna

Μου πήρε 11 λεπτά από το σπίτι στο γραφείο, χρόνος ρεκόρ εάν σκεφτεί κανείς την συνηθισμένη χρονική διάρκεια, η οποία δεν είναι λιγότερη των 20 λεπτών και τις κυκλοφοριακές συνθήκες στην πρωτεύουσα.
Μέσα σε αυτά τα 11 λεπτά κατάφερα να αποφύγω δύο τρακαρίσματα, στο ένα ήμουν εγώ ο φταίχτης καθώς εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουνα την «Ανταλλαγή», τα κατακόκκινα, φιλήδονα χείλη, τα σικ γουνάκια και τα πανάκριβα μοντελάκια της πονεμένης άγαμης μάνας - supervisor τηλεφωνήτριας Αντζελίνας (ε ποια Αντζελίνα τώρα!) κι ότι θα πρέπει να είμαι πολύ μαζό για να θέλω να γίνομαι κομμάτια ψυχικά και να πληρώνω κι από πάνω, στο άλλο φταίχτης ήταν ένας παππούς, ο οποίος θα πρέπει να είχε πολεμήσει στο Εσκί Σεχίρ, μπορεί και στα Γαυγάμηλα (η οδήγηση μετά την ηλικία των 80 βλάπτει σοβαρά την υγεία των άλλων) και επίσης υπήρξε και μια υποψία σύγκρουσης με τον εαυτό μου, αλλά ευτυχώς διαθέτω αξιόπιστο μοντέλο, έστω και ολίγον ταλαιπωρημένο από τη χρήση, καθώς ο αερόσακος λογικής άνοιξε αστραπιαία κι έτσι γλύτωσα τα χειρότερα.
Στα 11 λεπτά από το σπίτι στο γραφείο, έξυσα 3 φορές το κεφάλι μου προσπαθώντας να κατεβάσω καμιά καλή ιδέα για το σημερινό meeting (βλέπεις, δεν μπορώ να επαναλαμβάνομαι καθημερινά, έχω κι ένα σεξ απήλ να περισώσω), προσπάθησα στο κουρκουτιασμένο μου μυαλό να επεξεργαστώ τον πρόσφατο ανασχηματισμό, ομολογώ ότι στο σημείο αυτό ένιωσα μια τρομερή φαγούρα σε όλο μου το κορμί και έτσι τα παράτησα πριν αρχίσω να ξύνομαι σαν την μαϊμού, στα 11 λεπτά από το γραφείο στο σπίτι σκέφτηκα ότι τελικά θα ήθελα αντί για αστραφτερό golden boy, να είμαι ο Νιλς Χόλγκερσον και να χοροπηδώ στα πράσινα σουηδικά λιβάδια μαζί με την Πίππη την Φακυδομύτη και την μαϊμού της, τον κύριο Νίλσον, πίνοντας παράλληλα βότκα με πάγο και καταβροχθίζοντας σουηδικά κεφτεδάκια, έστω και του ΙΚΕΑ, σκέφτηκα πόσο ωραία τα λένε οι αστρολόγοι ότι το 2009 θα είναι χρονιά οικονομικής ανάκαμψης των Αιγόκερων κι ότι όταν όλα τα ζώδια δεν θα έχουν δεκάρα τσακιστή, ο εργατικός, οικονόμος αλλά και προνοητικός, πάνω από όλα, Αιγόκερως θα ζει μέσα στην χλιδή και στα πλούτη, άκουσα στο ραδιόφωνο τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και βαρέθηκα , όπως επίσης κι έναν Νταλάρα, έναν Καραφώτη, μία Πέγκυ Ζήνα και μια τζούρα από R.E.M., απάντησα σε τέσσερα τηλεφωνήματα στο κινητό, τα δύο για χρόνια πολλά γενικώς, το ένα για χρόνια πολλά ειδικώς (τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα κάθε 7 Γενάρη!) κι ένα ακόμα τηλεφώνημα να μην ξεχάσω να πάρω από το φαρμακείο Depon για παιδιά, επίσης ένα τηλεφώνημα έμεινε αναπάντητο, καθώς εγώ είμαι οικογενειάρχης και συντηρητικών αρχών, δεν θα βάλω μπουρλότο στο στεφάνι μου για ένα ξενοπήδημα της πλάκας, στο κάτω κάτω εγώ είμαι γάτος περιωπής κι όχι λούμπεν κεραμυδόγατος, επίσης υπήρξε κι ένα sms, να πάρω γρήγορα τα πόδια μου και να τσακιστώ να πάω στο μεγάλο πολυκατάστημα να αγοράσω σε τιμές σούπερ ουάου επώνυμα ρουχαλάκια (η αλήθεια είναι ότι μερικά Calvin Klein βρακιά τα χρειάζεται ο πισινός μου!) και τότε έπεσε η μπαταρία του κινητού κι έτσι ξεκόλλησα από το αφτί μου το Bluetooth.

Στα 11 μέτρα από το γραφείο έστριψα αριστερά, χωρίς να βγάλω φλας, καθώς σκεφτόμουνα ότι αρκετά σκέφτηκα και ότι η πολλή σκέψη με κουράζει και μου σπάει την επιδερμίδα και τότε δικαίως εισέπραξα κατάμουτρα δύο ανοιχτές παλάμες κι ένα «αϊ πηδήξου ρε μαλάκα, μη κατέβω και σε γαμήσω», συνειδητοποιώντας ότι τώρα επιτέλους για μένα ξεκινά η νέα χρονιά κι ότι τόσες ημέρες, ο αφελής, ζούσα σε μία εορταστική virtual πραγματικότητα και έτσι χαμογελώντας σαρδώνια και εκνευριστικά, αλλά παράλληλα προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να επεξεργαστώ νοητικά εκείνη την χαριτωμένη προτροπή του τόσο ευγενικού συνανθρώπου μου, ευχήθηκα στον εαυτό μου πάντα τέτοιες αντοχές κι ανοχές να έχω στη ζωή, γιατί βρε αδερφέ τι να τα κάνω εγώ τα σουηδικά λιβάδια, την Πίππη τη Φακυδομύτη, τον Νιλς Χόλγκερσον, τα τρυφερά παραμύθια και τις βορειοευρωπαϊκές αβρότητες, εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, εδώ χρειάζονται βαρβάτες αντοχές και ισχυρά αντισώματα για να την βγάλεις καθαρή, πρωτού πλακωθείς και πλακώσεις κανέναν, βλέπεις χρειάστηκαν μόλις 11 λεπτά και 11 μέτρα σκέψης για να το συνειδητοποιήσω για μία ακόμα φορά.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει


Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας

- Γειά και χαρά σου βλάμισσα, τι κέφια είναι τούτα;
- Γειά σου και σένα βλάμη μου, δεν πήρες τα χαμπέρια; άλλη καμιά δεν γέννησε, μόν' η Μαριώ τον Γιάννη!

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Ο χρόνος μέσα μας


Photo: Stanko Abadžic

Εάν κοιτάξουμε το ημερολόγιο θα αντιληφθούμε ότι ήδη διανύουμε τις πρώτες ώρες του 2009, εάν παρατηρήσουμε όμως καλύτερα μέσα μας, ίσως να αντιληφθούμε - άλλος με δυσκολία κι άλλος με ευκολία - ότι μπορεί για τον κάθε έναν από εμάς το ημερολόγιο να αναφέρει μια διαφορετική ημερομηνία, μια διαφορετική χρονολογία...
Για κάποιους η χρονιά ξεκινάει τώρα λοιπόν, για άλλους μπορεί να έχει ξεκινήσει ήδη εδώ και μήνες, κάποιοι άλλοι να την περιμένουν ακόμα με αγωνία, ίσως και για μερικούς άλλους, η κάθε ημέρα να είναι ίδια και απαράλλακτη με την προηγούμενη κι ο χρόνος να μην αλλάζει τελικά ποτέ…
…ο χρόνος μέσα μας ακολουθεί τους δικούς του λεπτοδείκτες...
Φαντάζομαι τον χρόνο με ένα διαστημικό λεωφορείο, θα επιθυμούσαμε όλοι να νιώσουμε τη συναρπαστική του εμπειρία, όμως μας φοβίζει η ιδέα, μας τρομάζει η ταχύτητά του, μας παγώνει το άγνωστο...
...τότε ακριβώς είναι που αποφασίζουμε να γυρίσουμε το βλέμμα πίσω, να επαναπαυτούμε σε αμήχανους απολογισμούς, να μαζέψουμε γύρω μας όσα έχουμε πιστέψει ότι έχουμε καταφέρει, να γαντζωθούμε πάνω στις σιγουριές και στις ασφάλειές μας και φορτωμένοι με τα σκουριασμένα όπλα της ανασφάλειας για το αύριο να κάνουμε δειλά τα σχέδια μας και να ονειρευτούμε εκείνη την συναρπαστική πτήση προς το διάστημα...
Το διαστημικό λεωφορείο εκτοξεύεται, όσοι προλάβουν να μπουν είναι οι τυχεροί, ίσως και οι άτυχοι, ουδείς γνωρίζει, κάποιοι θα ζουν πάντα με την ελπίδα της επιβίβασης, ουδείς τους έχει ενημερώσει ότι το διαστημικό λεωφορείο δεν έχει τακτικές αναχωρήσεις, κάποιοι άλλοι θα περιμένουν στην ίδια στάση μπροστά από εκείνη την ατέλειωτη ουρά των εκδοτηρίων και μερικοί ακόμα θα προτιμήσουν τα παραδοσιακά μέσα μεταφοράς ονείρων...
...μπορεί οι τελευταίοι να είναι και οι πιο έξυπνοι τελικά και κάποια στιγμή να καταφέρουν να φτάσουν στον προορισμό τους, οι άλλοι όμως θα μένουν πάντα οι ονειροπόλοι του διαστήματος, οι ακούραστοι αιθεροβάμονες των επικίνδυνων πτήσεων, οι εραστές μιας νέας, κάθε φορά, αρχής...

Καλή Χρονιά...
... το διαστημικό λεωφορείο τελικά αναχωρεί καθημερινά...