Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Κανάλι

Photo: Ferdinando Scianna

Με άκουγε προσεκτικά, πολύ προσεκτικά. Καθ΄όλη της διάρκεια της αγωνιώδους μου προσπάθειας να επιχειρηματολογήσω υπέρ των θέσεών μου (οι οποίες ουσιαστικά δεν είναι πάντα δικές μου, αλλά έχω ένα έμφυτο ταλέντο να κάνω το άσπρο μαύρο ή και το αντίθετο, ειδικά όταν πληρώνομαι για αυτό) σκεφτόμουνα ότι μετά από πολύ καιρό είχα απέναντί μου κάποιον, ο οποίος είχε τουλάχιστον τη διάθεση να ακούσει έστω και τα άβολα πράγματα που του έλεγα.
Κάποια στιγμή και μετά από ένα σύντομο πρόλογο, ο οποίος συνοδεύτηκε από ευχάριστα εσταντανέ με τη γραμματέα, αμήχανα φληναφήματα και μερικές γουλιές εσπρέσσο, ακολούθησε ένα ζουμερό, αλλά εξαντλητικό κυρίως θέμα, μερικές συνοφρυωμένες εκφράσεις, σφιγμένα χείλη και δημιουργική χρήση της εύπλαστης ελληνικής γλώσσας, για να φτάσω στον μάλλον δυσάρεστο επίλογο - η τελευταία γουλιά νερό στο ποτήρι μου είχε εξαντληθεί μαζί με μένα, αλλά δεν τόλμησα να ζητήσω άλλο - κατά τη διάρκεια του οποίου ανακοινώθηκε εκείνο το οποίο θα έπρεπε να είχε λεχθεί εξαρχής, χωρίς πολλά πολλά λόγια, για τα οποία παρόλα αυτά πληρώνομαι.
«Λυπάμαι, έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να προσαρμοστείτε στη λύση που σας προτείνω», είπα, προσπαθώντας να κλείσω την κουβέντα, έχοντας την ελπίδα, για να μην πω και την βεβαιότητα, ότι εγώ θα είχα τον τελευταίο λόγο, όπως άλλωστε επιθυμώ διακαώς σε κάθε περίπτωση, γιατί να το κρύψωμεν άλλως τε.
Εκείνος με κοίταξε διεισδυτικά και μου απάντησε:
«Σας άκουσα προσεκτικά, μια απορία όμως έχω».
«Παρακαλώ», του απάντησα όλος διάθεση για διευκρινήσεις, αν και από μέσα μου σκεφτόμουνα ότι για περισσότερη κουβέντα, μάλλον δεν θα πληρωνόμουνα έξτρα, άρα από ’δω και πέρα η κουβέντα, είτε θα διεξαγόταν για προσωπική μου (;) ικανοποίηση, είτε θα εξελισσόταν σε αγγαρεία.
«Η ερώτηση είναι προσωπική, ξέρετε», μου είπε.
«Παρακαλώ», ξαναπάντησα, αν και σκεφτόμουνα ότι, δεν του είχα δώσει θάρρος για να διολισθήσουμε σε προσωπικές εξομολογήσεις και δη μεσημεριάτικα που γουργούριζε το στομάχι, αλλά από την άλλη, η τροπή της κουβέντας έμοιαζε κάπως γαργαλιστική και εγώ δεν είχα πρόθεση να τη σταματήσω, φτάνει βέβαια να μην με ρωτούσε εάν είμαι Blogger και γινόμουνα ρόμπα ξεκούμπωτη.
«Τα λέτε πολύ ωραία, τα πιστεύετε όμως όλα αυτά που λέτε;», με ρώτησε.
Θα πέρασαν μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου προσωπικής μου αμηχανίας - την οποία μάλλον καμουφλάρισα με ένα αμυδρό χαμόγελο, όχι βέβαια σαν εκείνο της Τζοκόντα, το δικό μου ήταν πιο ευδιάκριτο, γιατί καθόμουν και ανφάς που είναι η δυνατή μου πλευρά - ώστε να ξεπετάξω την κουβέντα με ένα: «ασφαλώς και τα πιστεύω» ή με το άλλο, το δικολαβίστικο: «τι σημασία έχει τι πιστεύουμε…», μπλιααχ, αν έλεγα το ένα ή το άλλο τι στα κομμάτια Τζων Μπόης θα ήμουνα, θα ήμουνα όμως κάποιος άλλος ενδεχομένως, ο οποίος φυσικά θα είχε κάνει τη σούπερ καριέρα και θα είχε σκαρφαλώσει πλατύσκαλο πλατύσκαλο την κλίμακα της επαγγελματικής επιτυχίας. Επειδή όμως εγώ είμαι ένας σουρεάλ πτωχός πλην τίμιος άνθρωπος (τρέμε Ξανθόπουλε!), ο οποίος αν και ουκ ολίγες φορές διολισθαίνει αναγκαστικά σε καραγκιοζιλίκια για να βγάλει το παντεσπάνι του, πολλές φορές τον πιάνει κρίση ειλικρίνειας και τα λέει τσεκουράτα.
«Όχι», απάντησα, ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές και κοιτάζοντας στα μάτια τον συνομιλητή μου συνέχισα: «αν όμως πρέπει να ζήσω την οικογένειά μου, εάν πρέπει να πληρώσω τους λογαριασμούς μου, εάν θέλω να κάνω φανταχτερά όνειρα, εάν πρέπει να φοράω το κοστούμι που βλέπετε και σας πληροφορώ είναι Canali, εάν πρέπει να ξεχρεώσω το τζακούζι στο σπίτι και να φύγω τα Χριστούγεννα για σκι στις Άλπεις (εκεί του ήρθε ο θάνατος!), εάν οπωσδήποτε θέλετε να συντηρήσουμε αυτό τον σάπιο κόσμο τον οποίο έχουμε φτιάξει και σαπίζουμε κι εμείς μέσα σε αυτόν, τότε θα πρέπει κι εγώ, όπως κι εσείς, ο οποίος παρατηρώ φοράτε ρολόι Bulgari, να ακολουθήσουμε τη λύση που σας πρότεινα. Η επιλογή είναι και δική σας, οπότε αγαπητέ μου, είτε θα τα κάνουμε όλα στάχτη και μπούρμπερη και σας πληροφορώ εγώ δεν θα είχα καμία αντίρρηση, ώστε να αφήσουμε τουλάχιστον τα παιδιά μας να ανθίσουν και να ξεπηδήσουν μέσα από τις δικές μας στάχτες, γιατί η δική μας γενιά μάλλον πνίγηκε μέσα στα ιλουστρασιόν σκατά της, είτε θα πρέπει να συντηρήσουμε τη σάπια ευζωία μας και να ξεπουληθούμε όλοι στο διάολο, άλλως τε παρατήρησα τη σόλα του παπουτσιού σας και διέκρινα να γράφει Prada».
Έσκυψε το κεφάλι, όχι γιατί παραδέχτηκε την ήττα του, όχι γιατί είχε απέναντί του έναν ιδιόρρυθμο άνθρωπο με εντελώς ανορθόδοξα αλλά αποτελεσματικά επιχειρήματα, όχι γιατί το ρήμα «επιζώ», σε συνδυασμό με το σκι στις Άλπεις και το κοστούμι Canali (στην πραγματικότητα ήταν εκδρομή στην Πάρνηθα και Massimo Dutti από τις εκπτώσεις, αλλά υπάρχουν και τα κατά συνθήκη ψεύδη) ακούστηκε αφοπλιστικά και σουρεαλιστικά αποστομωτικό, αλλά γιατί δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχτεί αυτό που του έλεγα, ώστε το ακριβό του ρολόι και τα πανάκριβα παπούτσια του να συνεχίσουν να του δίνουν την μακάρια ψευδαίσθηση της ευζωίας.
Η ειλικρίνεια πάντως είναι ρίσκο, με άλλα λόγια, είτε κινδυνεύεις να εκπαραθυρωθείς μαζί με το Canali σου ή ακόμα καλύτερα χωρίς αυτό, είτε να ξεχάσεις τα ιλουστρασιόν παπατζιλίκια που σου έχουν μάθει και να δεις τα πράγματα εντελώς διαφορετικά.
«Ξέρετε, θα αποδεχτώ τη λύση που μου προτείνατε για δύο λόγους», μου είπε,
«Σας ακούω», απάντησα,
«Πρώτον, γιατί δεν έχω την τόλμη για ανατροπές και ρίξεις, άλλως τε ούτε κι εσείς μοιάζετε με άνθρωπο που τα ανατρέπει όλα και ασφαλώς σε καμία περίπτωση από το Bulgari δεν γυρίζω πίσω στο Casio και δεύτερον, γιατί τελικά, αυτό που εκτίμησα σ΄εσάς είναι το γεγονός ότι δεν μου μιλήσατε με τη γλώσσα της επαγγελματικής σας στολής, Canali δε μου το είπατε;»
«Σωστά», δαγκώθηκα,
«…εκτίμησα ότι απλά μου μιλήσατε με τη γλώσσα της καρδιάς σας».
«Δηλαδή, θα συνεχίσετε να φοράτε Prada;», τον ρώτησα αμφίθυμα
«Φυσικά, όσο εσείς θα φοράτε Canali».

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Απλά Πράγματα


Photo: Elliott Erwitt

Δεν ξέρω εάν μπορώ να το εκφράσω με ωραία λόγια (που μπορώ βεβαίως, δεν τίθεται θέμα), δεν ξέρω εάν διαθέτω τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα ή τη δεινότητα ενός δεικτικού και καυστικού σχολιαστή (που τη διαθέτω ασφαλώς, αλλά κουβέντα να γίνεται), δεν ξέρω εάν η ικανότητά μου στη χρήση της εύπλαστης και ρέουσας ελληνικής γλώσσας μου επιτρέπει να εκφράσω τα όσα νιώθω (που μου το επιτρέπει, αλλά θα αποφύγω τη γλωσσοπλασία), δεν ξέρω εάν σε αυτό το διάσημο, αξιολάτρευτο και σεπτό blog, πρέπει να τηρηθεί ένα κάποιο επίπεδο (που δεν πρέπει, γιατί καιρός είναι επιτέλους να σταθούμε και λίγο πάνω από το επίπεδο), δεν ξέρω εάν αυτά που κάνω σήμερα θα τα κάνω και αύριο - tomorrow is another day, Scarlet! - (που φυσικά αυτά θα κάνω, για αυτό με πιάνουν τα διόλια μου), δεν ξέρω εάν θα πρέπει να γελάσω ή να κλάψω (αυτό πραγματικά δεν το γνωρίζω, βοηθήστε με), δεν ξέρω εάν θα πρέπει να θυμώσω ή να δεχτώ στωικά το πεπρωμένο ενός πρώην γιαλαντζί golden boy και νυν μικρομεσαίου μισθοσυντήρητου σαραντάρη (Παναγιά μου, ανατρίχιασα), δεν ξέρω εάν είμαι τύπος "βαράτα με κι ας κλαίω" (που εγώ ξέρω τι είμαι, αλλά δεν θα γίνω σούργελο δημοσίως), δεν ξέρω εάν θα πρέπει να πω κι άλλα τέτοια έξυπνα (ατιμούλη πως τα λες!), αλλά ώρες ώρες τα πράγματα είναι κομματάκι σκατά.
Εκτός από ολίγον σκατά, τα πράγματα είναι και πολύ κωμικά. Μερικά πράγματα δεν χρειάζεται να σου έχουν συμβεί, χρειάζεται να μπορείς να παρατηρείς, να ακούς ή καλύτερα να αφουγκράζεσαι το γοερό παράπονο. Αρχικά την πληρώνει ο κατώτερος, ο μικρός, ο new entry που λέμε και στα ελληνικά. Ο ταλαίπωρος αυτός, νέος, φρέσκος, εργατικός και πολλά υποσχόμενος άνθρωπος, που αλλιώς τα περίμενε και αλλιώς τα βρήκε (και δεν έχει δει ακόμα τίποτα!), ο οποίος θα πρέπει να ξεκινήσει από χαμηλά, να ξεζουμιστεί κανονικά δηλαδή για να ανέβει τα σκαλοπάτια της επιτυχίας και να απολαύσει τους καρπούς των μόχθων του (τι λέω Θεέ μου και δεν κοκκινίζω!), αυτός λοιπόν, ο ακούραστος καρπαζοεισπράκτορας των γραφείων, το ταπεινό και φιλότιμο χαμομηλάκι που θα συνθλιβεί από τον οδοστρωτήρα της φανταιζί βιοπάλης, θα κάνει όλη τη βρωμοδουλειά, την οποία θα ριπορτάρει (τι λέξη κι αυτή όλο σφρίγος!) στον ανώτερο του, ο ανώτερος θα την επεξεργαστεί (λέμε τώρα) και θα την προωθήσει παραπάνω, ο παραπάνω θα την επεξεργαστεί περισσότερο (λέμε και πάλι) και θα την προωθήσει στον αμέσως παραπάνω και ο αμέσως παραπάνω, μην ξαναλέμε τα ίδια, απλά θα την πασάρει στον περισσότερο παραπάνω, μη με ρωτάτε όμως τι θα κάνει ο τελευταίος, αυτός ξέρει (;) και κάποια στιγμή η βρωμοδουλειά, γυαλισμένη με μπόλικο λούστρο θα καταλήξει κάπου, που; ένας Θεός ξέρει (ίσως αυτό να μην το ξέρει!), στο μεσοδιάστημα θα πέφτουν μερικά εκπαιδευτικά μπινελίκια (μμμμ, μίλα μου βρώμικα!), θα προστίθενται, αφαιρούνται, διαιρούνται και πολλαπλασιαζόνται πληροφορίες, ο καθένας θα βγάζει, αλλά συνήθως θα βάζει κι από ένα λιθαράκι για να δείξει ότι έχει συνεισφέρει στη συλλογική (;) δουλειά και δεν παίρνει τζάμπα τα φράγκα, η φαιά ουσία (όση έμεινε) θα καταναλώνεται αφειδώς, τα πληκτρολόγια θα αναστενάζουν από το ντάμπα ντούμπα, τα υπολογιστικά και επικοινωνιακά συστήματα του οργανισμού θα γκαζώνουν περισσότερο κι από τον Σουμάχερ στη Μόντσα, τα μυαλά θα γίνονται κουρκούτι και στο τέλος, επειδή η πολλή ανάλυση είναι παράλυση και άκρη δεν θα έχει βγει (γιατί εάν έχει βγει, εγώ θα κάτσω….τέλος πάντων!), τότε τα πράγματα θα ακολουθήσουν την ίδια γραμμική και προβλέψιμη πορεία, καθώς ο ανώτερος θα συγκαλέσει meeting (ε καλά τώρα!) για να συζητηθούν τα αποτελέσματα του reporting (τσ!), να βρεθούν λύσεις (που σιγά που θα βρεθούν), το ένα meeting θα φέρει το άλλο - γνωστή άλλως τε η παλαιά εκείνη θυμόσοφη ρήση των αξιοσέβαστων και αειμνήστων παππούδων managers: «όταν δεν θες να δουλέψεις, κάνε meeting» - τα meetings θα γεννούν reports, τα reports θα γεννούν meetings, τα meetings θα γεννούν εντολές, οι εντολές θα παράγουν reports, τα οποία θα οδηγούν σε meetings και έτσι η ιστορία θα επαναλαμβάνεται (κάτι είχε πει ο Μαρξ για την ιστορία και το κωμικό της υπόθεσης, αλλά βαριέμαι να επαναλαμβάνω
κοινοτυπίες), γιατί όπως είπαμε το σημαντικό είναι να δείχνουμε ότι κάνουμε δουλειά, η επικοινωνιακή δηλαδή διαχείριση που λένε και οι πολιτικοί, ώστε να δικαιολογούμε τα λεφτά που παίρνουμε.
Βέβαια στο τέλος, μια απόφαση θα παρθεί, ε ναι, τι στα κομμάτια, μη το ξεφτιλίσουμε κιόλας. Η απόφαση όμως αυτή θα είναι δυσανάλογα απλή και κατανοητή σε σχέση με την πολυδαίδαλη, ψυχοφθόρα και χρονοβόρα διαδικασία που έχει προηγηθεί και συνήθως θα συμπυκνώνεται σε δύο μικρές, εύληπτες και
ζουμερές λεξούλες. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ το ονομάζουν cost reduction, απλά πράγματα, μη το ζορίζουμε πολύ!