Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Αληθινά Ψέματα


…ήταν δεν ήταν γύρω στα είκοσι δύο…
Κάθε σούρουπο έκλεινε τα βιβλία και τις σημειώσεις του, καθόταν δίπλα από το περβάζι του παραθύρου με τα χέρια στο πρόσωπο και παρατηρούσε τον ήλιο που χανόταν πίσω από το καμπαναριό της εκκλησίας, γυρνούσε το βλέμμα και έβλεπε τους περαστικούς να κατεβαίνουν τα σκαλιά του πεζοδρόμου, να περνούν βιαστικά, να μπαίνουν μέσα στα σπίτια τους κρατώντας πολύχρωμες σακούλες.
Τότε ακριβώς ήξερε ότι η ώρα είχε έρθει.
Χτένιζε λίγο τα μαλλιά, άφηνε μέχρι και το τρίτο κουμπί από το πουκάμισο ανοικτό, έβγαινε από το παλιό, νοικιασμένο του δωμάτιο, κλείδωνε δυο φορές την πόρτα, κατέβαινε προσεκτικά τις σκοτεινές, φθαρμένες ξύλινες σκάλες που έτριζαν και σταματούσε πάντα διστακτικά λίγο πριν από την σιδερένια εξώπορτα…
Δυο λεπτά αρκούσαν. Ή θα έμπαινε ή θα έβγαινε. Αν έβγαινε, θα κούμπωνε το τρίτο κουμπί στο πουκάμισο και θα χανόταν ανάμεσα στους βιαστικούς του πλακόστρωτου δρόμου, θα μπερδευόταν ανάμεσα σε ένα πολύχρωμο πλήθος που μιλούσε διαφορετικές γλώσσες, το βράδυ θα χανόταν στην αγρύπνια του, θα ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά, άγνωστες γυμνές μορφές θα συντρόφευαν τη μοναξιά του, σκιές θα χόρευαν στο ημισκότεινο δωμάτιο, θα παρατηρούσε το αχνό φως από το φανάρι του δρόμου, θα πλάγιαζε με τα χέρια αδειανά…

Συνήθως η πόρτα άνοιγε.
Στο ισόγειο του παλιού κτιρίου έμενε εκείνη, θα είχε τα διπλά του χρόνια, ψηλή, καστανή, καλλίγραμμη, με σταχτιά μάτια, με απαλή επιδερμίδα και με την έντονη προφορά του νότου.
Άντρας στο σπίτι δεν υπήρχε, τουλάχιστον όχι μόνιμος…
Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που συνήθως πνίγουν μόνες τον πόνο τους στο βουβό παράπονο, εκείνες που αντιστέκονται αρχικά, αλλά που γρήγορα ενδίδουν, εκείνες που μετά θα σκουπίσουν, θα καθαρίσουν, θα πλύνουν προσεκτικά τα χέρια και το πρόσωπο, θα δροσίσουν το ιδρωμένο τους στήθος, θα μαζέψουν με επιμέλεια τα μαλλιά, θα αλλάξουν τα σεντόνια, θα στρώσουν τα σκεπάσματα, θα ανοίξουν τα παράθυρα να μπει φρέσκος αέρας, θα μετανιώνουν κάθε φορά όλο και περισσότερο, αλλά πάντα θα ενδίδουν, πάντα θα διώχνουν αλλά και θα παρακαλούν δυο χέρια να τις αγκαλιάσουν, θα τρέμουν τα λόγια που λέγονται με φωνή χαμηλωμένη, αλλά πάντα θα αποζητούν τις σιωπές, μετά θα κάθονται άδειες μπροστά στην τηλεόραση κάνοντας τσιγάρο, μέχρι το επόμενο απόγευμα να ακούσουν ξανά τα βήματα στις σκάλες που τρίζουν…
Ήταν από εκείνες που ξέρουν να χαμογελούν στοργικά όταν ακούν όρκους και λόγια πάθους, όταν ξεστομίζονται αληθινά ψέματα, όταν εκτοξεύονται υποσχέσεις που θα αθετηθούν το επόμενο πρωί, από εκείνες που παραδομένες στην γλυκιά, εκμαυλιστική θαλπωρή του σούρουπου, αναποφάσιστες και ενοχικές, αγκαλιάζουν στο ίδιο πρόσωπο, πότε το παιδί και πότε τον άντρα με τον ίδιο τρόπο…
...κι έτσι έμεναν μέχρι το πρωί...τρυφεροί κι απληροφόρητοι για όσα διαδραματίζονταν γύρω τους, ο καθένας στον δικό του κόσμο, εκείνη έκλεβε την ορμή από τα νιάτα του, ξόρκιζε την απελπισία της παίρνοντας μια μικρή θέση στη ζωή του, ανυπεράσπιστη από τις αναστολές της, νικημένη από τις επιθυμίες της...εκείνος ηρεμούσε τις αγρύπνιες του, γέμιζε το χρόνο που του περίσσευε, έδινε μορφή στα πλάσματα της φαντασίας του, νικούσε τις σκιές του...

Κάποιο σούρουπο του είπε ότι μπορεί να γίνει διάφανη για εκείνον, να περάσει μέσα από τους τοίχους του σπιτιού, να γίνει αερικό και να πετάξει ψηλά, να ακροβατήσει πάνω από τις στέγες και το καμπαναριό εκείνης της εκκλησίας...
Εκείνος δεν κατάλαβε...
Το άλλο βράδυ του εκμυστηρεύτηκε ότι θα μπορούσε να γίνει ένα ήρεμο τραγούδι που θα νανουρίζει τα βράδια τα όνειρά του...
Μα και πάλι δεν κατάλαβε...
«Σ΄αγαπώ», μπόρεσε να του ψελλίσει, κοιτώντας τον στα μάτια και ακουμπώντας το στόμα της πάνω στο δικό του…

Το μεθεπόμενο σούρουπο κλείδωσε και πάλι δυο φορές την πόρτα του παλιού, νοικιασμένου του δωματίου, κατέβηκε την παλιά, φθαρμένη, ξύλινη σκάλα πατώντας στις άκρες των δακτύλων του, κοντοστάθηκε αμήχανα στην είσοδο.
Η πόρτα του δωματίου στο ισόγειο όμως ήταν ήδη ανοικτή.
Δεν πρόλαβε να τον τραβήξει όπως πάντα από το χέρι για να μπει μέσα.
Στάθηκε ακίνητη με το βλέμμα μετέωρο να παρατηρεί το τρίτο κουμπί στο πουκάμισο και ένα κασκόλ τυλιγμένο στο λαιμό του, τα μαλλιά του δεν ήταν χτενισμένα, δεν είχε ακούσει καν τους τριγμούς στη σκάλα...έκανε ένα βήμα πίσω, τα σταχτιά της μάτια θάμπωσαν και τότε του χαμογέλασε στοργικά, σχεδόν μητρικά, έσπρωξε με το δεξί χέρι τα μαλλιά της προς τα πίσω και με το άλλο έκλεινε την πόρτα σιγανά...
Εκείνος χαλάρωσε το κασκόλ στο λαιμό, άνοιξε το τρίτο κουμπί από το πουκάμισο, ανακάτεψε τα μαλλιά και βιαστικά βγήκε από την εξώπορτα του κτιρίου γλιστρώντας ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος εκείνης της πόλης...
...λίγο πριν την στροφή του δρόμου την είδε να τον παρατηρεί από το μισάνοικτο παραθυρόφυλλο καθώς αυτός χανόταν σε μια άλλη αγκαλιά...
…ήταν δεν ήταν γύρω στα είκοσι δύο κι εκείνη…

9 σχόλια:

Άνευ Χαρτοφυλακίου είπε...

Να λοιπόν που και η αγάπη φοβίζει.

Άραγε, να σκέφεται σήμερα εκείνος την τύχη εκείνης της γυναίκας;

Τζων, αυτό το κείμενο είναι απλά από τα καλύτερά σου και χαίρομαι που αυτή την ιστορία είχα την τύχη να την ακούσω από σένα παλαιότερα...

(η ερμηνεία της Luz Casal, μοναδική!)

scarlett είπε...

Ομορφη αφηγηση και εξαιρετικη περιγραφη του γυναικειου χαρακτηρα. Εχω παρατηρησει κι αλλοτε την ικανοτητα σου στο ψυχογραφημα.
Προσωπικα θα ηθελα μονο ενα καπως πιο ανεπτυγμενο, λιγοτερο αποτομο, τελος της ιστοριας σου.
Λεμε τωρα...

Οσο για το θεμα....αιωνιο....όλα για την αγαπη γινονται..την αληθινη, την ψευτικη, την οποια...


Καλη σου νυχτα, Τζων Μποη!

thinks είπε...

Πολύ δυνατό.
Νομίζω, Scarlett, το τέλος έχει ακριβώς όσες νότες χρειάζονταν, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες -και μου φαίνεται ότι η ιστορία είναι του αγοριού, όχι της γυναίκας -η ιστορία της ζωής που φοβάται την απειρία, κρύβοντάς την σε μια άρνηση με μανδύα ατομικότητας.
Υπέροχα δοσμένο, Τζων Μπόη, και σαν σύλληψη, και σαν καημός. Η γυναίκα του ισογείου, πολύ δυνατός άνθρωπος.

Καλό βράδυ.

scarlett είπε...

Καλημερα Δημητρη

επειδη ειναι η ιστορια του αγοριου μου εκανε εντυπωση η τοσο λεπτομερης συναισθηματικη αποδοση ενος γυναικειου χαρακτηρα

Καλημερα Τζων Μποη!

Τζων Μπόης είπε...

Καλημέρα Άνευ,

Ίσως ακόμα και τώρα να την σκέφτεται καμιά φορά, ειδικά όταν βρίσκεται μπροστά σε δωμάτια ισογείων...

Νομίζω ότι η ερμηνεία της Luz Casal είναι η ωραιότερη που έχω ακούσει για το συγκεκριμένο τραγούδι.

Τζων Μπόης είπε...

Καλημέρα Scarlett,

Σε ευχαριστώ πολύ.
Το τέλος ήταν τόσο απότομο γιατί κάποιες ιστορίες τελειώνουν ακριβώς έτσι και το μόνο που μένει είναι μια ανάμνηση.
Σωστά παρατηρεί ο Δημήτρης, είναι η ιστορία του αγοριού αυτή κι όπως μετά από κάποια χρόνια καταστάλαξε μέσα του, ώστε να μπορέσει να αποδόσει την συναισθηματική κατάσταση της γυναίκας εκείνης με την ασφάλεια και την αποστασιοποίηση που μας χαρίζει ο χρόνος που περνά.
Άλλωστε ποιός είπε ότι το δικό μας ψυχογράφημα το αποτυπώνουμε καλύτερα εμείς οι ίδιοι;

Τζων Μπόης είπε...

Καλημέρα Δημήτρη,

Μια γυναίκα τόσο δυνατή όσο και εύθραυστη την ίδια στιγμή, μετέωρη μεταξύ των ανεκπλήρωτων ρόλων της μάνας αλλά και της ερωμένης...
Το άπειρο αγόρι είχε απλά το ένστικτο ή τη σκληρότητα να ακολουθήσει ένα πιο εύκολο μονοπάτι...
Σε ευχαριστώ επίσης.

Jolly Roger είπε...

22 εκεινος, τα διπλά του χρονια εκεινη.
50 εκεινος, 72 εκεινη.
Πως θα τον θυμαται αραγε;

Τζων Μπόης είπε...

Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι εκείνος σήμερα είναι 50 (ή όσο είναι) κι εκείνη 72, τότε πιστεύω ότι εκείνη θα συνεχίζει να τον θυμάται, με ένα όμως τρόπο που θα διαμορφώνεται ανάλογα με τα όσα ακολούθησαν στη ζωή της...
Συνήθως όμως θυμόμαστε κάποιον όπως τον γνωρίσαμε ή και τον ζήσαμε κι όχι όπως πιστεύουμε ότι είναι σήμερα...
Καμιά φορά ξεχνάμε την όψη του και μας μένει μόνο η ανάμνηση πιο συγκεκριμένων πραγμάτων, ενός χαμόγελου, μιας γκριμάτσας, μιας χειρονομίας...