Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ανεπάρκεια





Δεν γεννήθηκα, ούτε και μεγάλωσα σε έναν τόπο πολύ-πολιτισμικό και ιδιαίτερα ανεκτικό, θα το ήθελα πολύ, εμένα πάντοτε μου άρεσαν τα χρώματα, έτυχε όμως να βρεθώ στην Ελλάδα. 
Δεν εκπαιδεύτηκα για να αποδέχομαι την «διαφορετικότητα», εμείς πιστεύαμε πολύ απλά ότι αυτή δεν υπήρχε, μεγάλη μάζα μεταναστών δεν διαθέταμε, οι τσιγγάνοι μαντρωμένοι στα δικά τους "γκέτο", οι μουσουλμάνοι πίσω από τις μπάρες της Θράκης, όλοι οι υπόλοιποι «διαφορετικοί», κρυμμένοι πίσω από αόρατα παραπετάσματα, είχαμε ησυχάσει. Ο τόπος δεν διέθετε τη σχετική κουλτούρα αποδοχής των όποιων διαφορών, ή για την ακρίβεια διέθετε ακριβώς εκείνη την κουλτούρα της σιωπηρής ομογενοποίησης.

Όταν ερχόμουν αντιμέτωπος με το «διαφορετικό» - γιατί το «διαφορετικό» ήταν πάντοτε εκεί, απλά εμείς κάναμε ότι δεν το βλέπαμε - ένιωθα μια έλξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία, αρχικά ήταν η περιέργεια, στην πορεία κι εφόσον είχα την αίσθηση ότι δεν απειλούμαι, ήταν η ανάγκη να γνωρίσω το άγνωστο και να ανοίξω το βλέμμα και τον ορίζοντά μου. Ουδείς με έμαθε να αποδέχομαι και να ανέχομαι εύκολα, αντιθέτως όλοι μου έκρυβαν επιμελώς τις διαφορές, με περιχαράκωναν πίσω από αόρατα συρματοπλέγματα, όσα έμαθα τα ανακάλυψα σχεδόν μόνος μου και σιγά σιγά, δεν κάθισα πάνω στα δεδομένα, έφτιαξα νέα, με αγώνα και προσωπική προσπάθεια.

Γιατί όμως το έκανα, ενώ εξ ορισμού ήμουνα ήδη ενταγμένος μέσα σε μια υποτίθεται «συμπαγή» από κάθε άποψη κοινωνία; 
Μα γιατί κάποια στιγμή κατάλαβα ότι κι εγώ είμαι «διαφορετικός» σε σχέση με τους άλλους, γιατί πέρα από τα φυσικά χαρακτηριστικά, από όσα ορίζουν την εξωτερική εμφάνιση, πέρα από μια κοινή γλώσσα και παιδεία, τα οποία λίγο ή πολύ μοιραζόμαστε σε αυτόν τον τόπο, κατάλαβα ότι πολύ περισσότερο σημασία έχουν όλα όσα κουβαλάμε μέσα μας, στην ψυχή, στο πνεύμα και στο μυαλό μας, στις ιδέες και στον τρόπο που σκεφτόμαστε και πράττουμε, αυτό από μόνο του με έκανε να αντιληφθώ ότι είμαι όντως «διαφορετικός», όπως «διαφορετικοί» ήταν και οι άλλοι γύρω μου σε σχέση με μένα, με άλλα λόγια κατάλαβα ότι τελικά όλοι διαφέρουμε μεταξύ μας κι ότι για να κάνουμε χωριό έπρεπε όχι κατά ανάγκη να αποδεχτεί ο ένας τον άλλον, αλλά να τον σεβαστεί.

Αν λοιπόν ήθελα να κάνω ένα βήμα πιο πέρα τη ζωή μου, έπρεπε να ανοίξω τα μάτια μου κι ήταν ακριβώς αυτό που μου έμαθαν, έτσι μου είπαν: πέσε και κολύμπα, δεν μου έδειξαν τον τρόπο, δεν μου είπαν: κάνε εκείνο ή το άλλο, απλά μου έδωσαν να καταλάβω ότι έπρεπε να κολυμπήσω, κι εγώ με τη σειρά μου το κατάλαβα με τον δικό μου τρόπο, κατάλαβα την ανεπάρκεια κι ότι για να μην βουλιάξω και να επιπλεύσω έπρεπε να το κάνω μαζί με άλλους, με δικές μου κυρίως δυνάμεις, αλλά πάντοτε με αρωγούς τους γύρω μου κι όταν βρίσκεσαι στη θάλασσα, κολυμπάς και κινδυνεύεις, τότε εκείνοι οι οποίοι θα σε σπρώξουν στα βαθιά για να πατήσουν πάνω σου και να μείνουν στον αφρό, είναι τελικά οι ίδιοι που θα σου δώσουν ένα χέρι βοηθείας και θα σε τραβήξουν στην επιφάνεια εάν τύχει και βουλιάξεις κι αυτό δεν έχει να κάνει με το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνικότητα και τις όποιες προτιμήσεις κουβαλάς, έχει να κάνει μόνο με το εάν κουβαλάς μέσα σου ανθρωπιά.

Το να δώσω ώθηση στη ζωή μου μέσω της προβολής της δικής μου εικόνας και του κόσμου μου πάνω στους άλλους, κατάλαβα ότι θα ήταν πολύ εγωιστικό και χάσιμο χρόνου, θα ήταν απλά μια μεγάλη αυταπάτη. Για να το καταλάβω αυτό δεν απαιτήθηκε τίποτα περισσότερο από μέρους μου, παρά μόνο λίγο χρόνος σκέψης και συνομιλίας με τον εαυτό μου, τα πράγματα ήταν απλά, το άγνωστο δεν το αντιμετωπίζεις με τον φόβο, αλλά με τη γνώση και την προσέγγιση.

Τα ταξίδια που θέλησα να κάνω δεν τα έκανα μόνο για να δω ωραία τοπία, εντυπωσιακά κτίρια, μαγευτικά μέρη, ήταν πιο πολύ για να γνωρίσω ανθρώπους, τα μέρη τα οποία διέθεταν ομορφιά για μένα δεν είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν δεν έβλεπα τους ανθρώπους που ζούσαν σε αυτά, αν δεν μιλούσα μαζί τους, δεν με έβαλε κανείς να το κάνω, πήρα την απόφαση μόνος μου, δεν με παρότρυνε κάποιος να συναναστραφώ με τον τάδε ή τον δείνα, ίσα ίσα που το περιβάλλον με αποθάρρυνε κι από πάνω να ανοιχτώ κι αυτό ήταν που με πείσμωνε περισσότερο.

Στο Πανεπιστήμιο ο κολλητός μου ήταν Άραβας, Παλαιστίνιος και μουσουλμάνος, αυτός μου γνώρισε τα μέρη του μέσα από φωτογραφίες, από μουσικές και αρώματα κι όταν κάποτε ένιωσα την περιέργεια να επισκεφτώ εκείνα τα μέρη από κοντά, ήταν σαν να πήγαινα σε ένα μέρος γνώριμο και οικείο, ο συνάδελφος με τον οποίο δέθηκα περισσότερο στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου καριέρας ήταν Εβραίος, Σεφαραδίτης, αυτός μου άνοιξε τα μάτια κι ανακάλυψα την Εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας και την ίδια της την ιστορία, στον κύκλο των δικών μου ανθρώπων συγκαταλέγω ένα ζευγάρι Τούρκων, αυτοί με έφεραν πιο κοντά με τη δική τους κουλτούρα και κάποια στιγμή άρχισα να κάνω μέχρι και μαθήματα τουρκικών για να μιλήσω τη γλώσσα τους, μέσα σε αυτόν τον κύκλο υπάρχουν άνθρωποι που διαφέρουν από μένα. Βέβαια, από τη ζωή μου πέρασαν και κάποιοι που ανήκουν στις παραπάνω ομάδες και με τους οποίους όμως δεν θα μπορούσα πλέον ούτε ένα ποτήρι νερό να μοιραστώ, δεν είναι το χρώμα, το θρήσκευμα και οι προτιμήσεις τους, είναι ο κόσμος που κουβαλούν μέσα τους που με απωθεί.

Στην πορεία της ζωής μου ένιωσα και την ανάγκη να προσευχηθώ, να ζητήσω κάτι από τον Θεό, το έκανα όπου βρέθηκα, άλλοτε μέσα σε συναγωγή, άλλοτε σε τζαμί, άλλοτε σε βουδιστικό ναό, άλλοτε μέσα σε εκκλησία κι άλλοτε στο χώμα, εγώ έσκυψα και προσευχήθηκα και αυτό μου αρκούσε.
Από τη στιγμή που κατάλαβα τη δική μου «διαφορετικότητα» και συνειδητοποίησα ότι όλοι είμαστε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, «διαφορετικοί» μεταξύ μας, και ότι η πραγματική διαφορά πηγάζει από τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε, ένιωσα το μυαλό μου να απλώνεται κι έτσι αγάπησα εμένα, γιατί η δική μου «διαφορετικότητα» σηματοδοτούσε την ίδια μου την ύπαρξη κι αγαπώντας εμένα, πολέμησα την ανεπάρκεια κι είχα την δύναμη και τα ψυχικά αποθέματα να σεβαστώ τουλάχιστον τους γύρω μου και να συμπορευτώ.

Πιστεύω ότι είμαι ένας καλός άνθρωπος, με όλα τα λάθη και τα ελαττώματά μου εκεί παρόντα. Παρατηρώ όμως όσους εμφορούνται από ρατσιστικές ιδέες, βλέπω τα σφιγμένα χείλη, τους συμπαγείς μύες, βλέπω το σκοτεινό βλέμμα, τον στόμφο που κουβαλούν, την έπαρση, την ακαμψία, βλέπω κακία και μίσος, αυτοί οι άνθρωποι είναι αφυδατωμένοι από αγάπη και καλοσύνη, είναι αποχυμωμένοι από όμορφα συναισθήματα, δεν θέλω να είμαι έτσι, ούτε και θέλω να δίνω τέτοια παραδείγματα, αν κάποια στιγμή αναζήτησα κι εγώ σε κάποιους ανθρώπους τα δικά μου πρότυπα, ίσως το ίδιο να γίνει από κάποιους άλλους και με μένα κι αυτό που θέλω να αντικρίζουν είναι μόνο αγάπη και ομορφιά, αν η επιλογή είναι μεταξύ δύο δρόμων, της αγάπης ή του μίσους, η μόνη ελπίδα είναι ο πρώτος κι αυτό είναι ένα προσωπικό στοίχημα που βάζω καθημερινά με τον εαυτό μου, σίγουρα όμως δεν έχω την ανάγκη κανενός νομοσχεδίου που θα με μάθει να είμαι (καλός) άνθρωπος.

1 σχόλιο:

Τζων Μπόης είπε...

Ο σχολιασμός σε αυτή την ανάρτηση θα παραμείνει απενεργοποιημένος.