Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Να ΄χαμε, να λέγαμε;

Εργάζομαι εδώ και πολλά χρόνια, από φοιτητής ακόμα. Έχω λάβει μέρος σε άπειρα meetings, τα περισσότερα ήταν «να ‘χαμε, να λέγαμε», κάποια για να αναλύσουμε μια κατάσταση, να την κατανοήσουμε και να χαράξουμε σχέδια, δράσεις, τακτικές και σε μερικά για να αποτιμήσουμε το αποτέλεσμα, να αναθεωρήσουμε και να δράσουμε ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε αυτά τα meetings συμμετέχουν συνήθως άνθρωποι οι οποίοι  είναι γνώστες του αντικειμένου, έχουν τη σχετική εμπειρία και μπορούν και να αναλύσουν, και να κατανοήσουν, να πάρουν αποφάσεις και να προσαρμοστούν.
Σε τεχνικά θέματα δεν χωρούν οι άσχετοι, οι φλύαροι και οι αργόσχολοι. Ή μήπως χωρούν;
Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο με έχει απασχολήσει πολλές φορές.
Δεν νομίζω ότι είμαι ο δημοκρατικότερος άνθρωπος του κόσμου σε θέματα λήψης αποφάσεων, καθώς πιστεύω ότι θα πρέπει να υπάρχει πάντα κάποιος ο οποίος να ακούει, να μπορεί να συνθέτει, αλλά να είναι και σε θέση να λάβει και αποφάσεις, θα πρέπει είτε να έχει τα guts να προχωράει σε ρήξεις, είτε σε συναινέσεις, αλλά τουλάχιστον να έχει τη δύναμη να κάνει κάτι, να πηγαίνει προς μια κατεύθυνση κι όχι να αφήνει το καράβι να βολοδέρνεται από τα κύματα.
Πιστεύω στον καλό τον καπετάνιο, αλλά πιστεύω πολύ και στο επιδέξιο πλήρωμα, εάν το πλήρωμα είναι της αράδας, η στόφα του καπετάνιου είναι αυτή που θα μπορούσε να οδηγήσει το καράβι στο λιμάνι, εάν πάλι ο καπετάνιος είναι δεύτερης ή και τρίτης διαλογής, τότε ένα εμπειρότερο πλήρωμα -  αν το πλοίο κινδυνεύει κι ο καπετάνιος απλά ρομαντζάρει στη γέφυρα - θα είναι μεν σε θέση να το πλοηγήσει σε απάνεμο λιμάνι, θα πρέπει όμως πρώτα να έχει δώσει μάχη με τον ανίκανο καπετάνιο, με αποτέλεσμα να χαθεί χρόνος και να κινδυνεύσουν όλοι.

Για να επανέλθω, στα meetings τα οποία λαμβάνω μέρος από καιρό εις καιρό συμμετέχουμε άνθρωποι, οι οποίοι θεωρητικά τουλάχιστον, γνωρίζουμε το αντικείμενο. Κάποια στιγμή πριν από μερικά χρόνια, ένας πεφωτισμένος και έξυπνος άνθρωπος - όταν εμείς οι επαΐοντες βρεθήκαμε εμπρός σε ένα αδιέξοδο, αφού πρώτα κάψαμε όποιο εγκεφαλικό κύτταρο είχαμε προσπαθώντας να βρούμε μια άκρη σε ένα ζήτημα - έκανε κάτι το οποίο μου φάνηκε τότε πρωτοποριακό. Την ώρα του meeting περνούσε έξω από την γυάλινη πόρτα η καθαρίστρια του γραφείου. Η πόρτα άνοιξε, κι ο άνθρωπος ο οποίος λέγαμε πιο πριν, φώναξε την καθαρίστρια στο χώρο του meeting κι αφού την κέρασε καφέ, άρχισε να της περιγράφει, με όσο πιο εκλαϊκευμένο τρόπο μπορούσε την κατάσταση, στο τέλος της ζήτησε να μας πει την άποψή της.
Η καθαρίστρια, αφού στην αρχή έδειξε την έκπληξή της, προφανώς κολακεύτηκε από την πρόσκληση και άρχισε να λέει την δική της εκδοχή, με τον δικό της δηλαδή τρόπο, έξω από οποιαδήποτε αποστειρωμένη ορολογία.
Θα περίμενε τώρα κανείς να του πω ότι η καθαρίστρια μέσα στην άγνοιά της μας έδωσε λύση στο πρόβλημα. Όχι δεν έγινε έτσι, η καθαρίστρια δεν είχε τη λύση στη τσεπάκι, ούτε στον κουβά με τα απόνερα, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς θα χειριζόμασταν το θέμα.
Μόλις τελείωσε τον καφέ της, την ευχαριστήσαμε, εκείνη βγήκε από την αίθουσα και συνέχισε με την σφουγγαρίστρα της να καθαρίζει το χώρο έξω από το γραφείο.
Τι είχε γίνει λοιπόν; Μια τρύπα στο νερό; Είχαμε κάνει ένα διάλλειμα πίνοντας καφέ με την καθαρίστρια; Και όμως ναι, είχαμε κάνει ένα μικρό διάλλειμα και είχαμε ξανακούσει την ιστορία που μας απασχολούσε μέσα από μία άλλη γλώσσα, την απλή γλώσσα της καθαρίστριας, ακριβώς εκείνη που χρησιμοποιούμε κι εμείς όταν βγαίνουμε από τις αίθουσες των συναντήσεων, εκείνη που μιλάμε στο σπίτι μας, με την οικογένειά μας, με τους φίλους μας όταν πηγαίνουμε για καφέ. Η κατάσταση είχε - με άλλα λόγια - επαναδιατυπωθεί, είχε αποφλοιωθεί από την επικάλυψη της επαγγελματικής γλώσσας, είχε «διαβαστεί» με άλλα γυαλιά κι έτσι είχε πιο φρέσκια.

Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αφηγηθείς μια ιστορία, είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο στα είκοσί σου και μετά το ξαναδιαβάζεις στα πενήντα σου, ενδεχομένως να το δεις αλλιώς, να καταλάβεις άλλα πράγματα.
Η εμμονική προσήλωση στην αρχική ανάγνωση ίσως να αδικεί και τον αναγνώστη, και τον συγγραφέα, αλλά ακόμα και την ίδια την ιστορία.  Σε κάθε περίπτωση, οι εμμονές αδικούν τους πάντες.
Οι διαφορετικές φωνές κι εννοώ ακόμα και τις μη προβλέψιμες, είναι απαραίτητες, ακόμα κι αν νομίζεις ότι ακούς μπούρδες, ίσως να μοιάζουν με μπούρδες επειδή ο αφηγητής δεν έχει τον τρόπο να διηγηθεί την ιστορία διαφορετικά, αν αφαιρέσεις είτε το γλωσσικό λούστρο του «επαΐοντα», είτε την χοντροκοπιά του «άσχετου», να μπορεί να προκύψει μέσα από τον πυρήνα της αφήγησης μια νέα ιδέα. Ο δρόμος για να φτάσεις εκεί που θες, ίσως να πηγαίνει και μέσα από μονοπάτια που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζες, ή που δεν ήθελες να διαβείς. Το καταλαβαίνεις όσο μεγαλώνεις και κρίμα για εκείνους που δεν το βλέπουν.
Καλό είναι μια ιστορία να αναγιγνώσκεται κάθε φορά και με άλλα «γυαλιά», γιατί όχι και με άλλα μυαλά αν είναι δυνατόν…

12 σχόλια:

thinks είπε...

Πολύ σωστός, και καλό το παράδειγμα. Είτε το να προσεγγιστεί ένα θέμα με άλλα γυαλιά/μάτια, είτε σε άλλο χρόνο, είτε thinking outside the box, αυτή είναι η συνταγή για πιθανότητες επιτυχίας.

Να ρωτήσω κάτι. Η καθαρίστρια είπε στην ομήγυρη ότι δεν είχε ιδέες να προτείνει, ή πρότεινε κάτι και η ομήγυρη έκρινε ότι δεν ήταν εφαρμόσιμη η ιδέα της;

Τζων Μπόης είπε...

Η καθαρίστρια έκανε αυτό που θα έκανε κάθε άνθρωπος με αρμονική σκέψη, δηλαδή άκουσε προσεκτικά και μετά επανέλαβε όσα άκουσε με δικά της λόγια, απλά το έκανε φωναχτά, αφηγήθηκε την κατάσταση με τον δικό της τρόπο κι αυτό το έκανε όχι για να βοηθήσει εμάς, αλλά για να καταλάβει η ίδια την κατάσταση.
Το να ακούσεις όμως κάποιον να σου περιγράφει κάτι με άλλο τρόπο κι από μια άλλη οπτική γωνία από την δική σου, η οποία έχει βραχυκυκλώσει από την καθημερινή ενασχόληση με τα θέματα που συζητούσαμε, ήταν μια έκπληξη.
Η καθαρίστρια καθάρισε το μυαλό μας, αυτό ακριβώς έκανε και το θέμα μετά προσεγγίστηκε όχι από την οπτική γωνία του επαγγελματία, αλλά εκείνου που η τριβή με το αντικείμενο δεν τον έχει αλλοτριώσει.
Είναι πλέον μια τακτική που ακολουθώ κι εγώ.
Σήμερα, για ένα συγκεκριμένο θέμα ρώτησα ένα άσχετο πρόσωπο. Δεν περίμενα κάτι, απλά να ακούσω την επαναδιατύπωση της πρότασής μου. Αυτό που λέω είναι ότι μπορεί ένας στόχος να είναι κοινός, αλλά για να τον προσεγγίσεις πρέπει να δεις τα μονοπάτια που σου ανοίγονται.

thinks είπε...

Μα ναι, συμφωνώ απόλυτα πως λειτουργεί έτσι. Αναρωτήθηκα μόνο, αφού τελείωσε η καθαρίστρια την επανάληψη και απόδοση με δικά της λόγια, πως έκλεισε; Λέγοντας ότι δεν έχει καμία σκέψη/άποψη πάνω σε αυτά που άκουσε και επανέλαβε με δικά της λόγια, ή προσφερε μια κάποια σκέψη;

Τζων Μπόης είπε...

Η πρόσκληση της καθαρίστριας ήταν ένα τρικ, το καταλάβαμε αργότερα. Ο άνθρωπος που την προσκάλεσε δεν περίμενε λύση από την καθαρίστρια, περίμενε απλά φρεσκάρισμα της σκέψης και επαναδιατύπωση μιας κατάστασης από μια οπτική γωνία ανθρώπου "παρθένου", μη βραχυκυκλωμένου και μόνο αυτό, γιατί μόνο αυτό συνέβη.
Ήταν δηλαδή συνεισφορά στην προσπάθεια εξεύρεσης μιας λύσης κι όχι αναζήτηση της ίδιας της λύσης από μια καθαρίστρια.
Νομίζω κι εκείνος που την προσκάλεσε ήταν ευφυής, αλλά και η καθαρίστρια μέσα στην άγνοιά της κι ας ακούγεται όλο αυτό αφελές και απλό.

Σκέψου λοιπόν, ολα αυτά τα βαθυστόχαστα που λέγονται π.χ. για την Ελλάδα από εδώ κι από εκεί, να μπορούσαν να επαναδιατυπωθούν μέσα σε πέντε αράδες από κάποιον μη εμπλεκόμενο με τα συμβαίνοντα, κάποιον "παρθένο" οργανισμό, έναν βοσκό στις Άλπεις ας πούμε, αλλά που έχει την ικανότητα να αλλάζει την αρχιτεκτονική μιας μπλοκαρισμένης σκέψης με απλά λόγια.

thinks είπε...

Ναι, σίγουρα το είχα καταλάβει ακριβώς έτσι, και είναι καλό βέβαια που επεκτάθηκες και το εξήγησες πιο λεπτομερώς. Αλλά η ερώτησή μου ήταν άλλη --και δεν θα επιμείνω φυσικά πέρα από αυτήν την φορά: Αναρωτήθηκα όχι για τα παραπάνω, αλλά για το τι και πως, άραγε, αισθάνθηκε το άτομο που βρήκε τον εαυτό της να καλείται να συμμετάσχει σε αυτήν την άσκηση. Και, αν αποφάσισε να προσφέρει κάποια ένδειξη του πως αισθάνθηκε, με το να συμβάλει κάποια γνώμη, ή όχι, επί του θέματος το οποίο της εξηγήσατε.

Τζων Μπόης είπε...

Η συγκεκριμένη καθαρίστρια ήταν αυτό που λέμε κωλοπετσωμένη και δεν μάσησε και τα είπε μια χαρά, ροδάνι! ;))

thinks είπε...

Για τις Άλπεις δεν ξέρω, αλλά εδώ στο Σαν Μπενεντέτο ιν Αλπε ένας βοσκός (πραγματικός βοσκός) συνέχεια μου ζητάει (γελώντας) 75 Ευρώ γιατί τόσα τους έχουνε πει ότι χρωστάει η Ελλάδα στον κάθε Ιταλό (ιδέα δεν έχω από που βγάλανε το νούμερο). Όταν δεν γέλαγε πήγα να του εξηγήσω ότι οι Έλληνες δεν είναι τεμπέληδες και ότι δουλεύουνε 2-3 δουλειές και με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι μπορούν να παίρνουνε σύνταξη στα 45.

Τζων Μπόης είπε...

Να πεις στον βοσκό ότι δεν του χρωστάμε δεκάρα τσακιστή αν δεν χρεωκοπήσουμε, αν όμως χρεωπήσουμε τότε ίσως να έχει για κάποια άλλα, πιο σημαντικά πράγματα να πονοκεφαλιάζει από τα 75 ευρώ τα οποία θεωρεί οτι του χρωστάμε... spero che lo sa :)

Όσο για την σύνταξη στα 45, πες του με το μαλακό, μπας και την πληρώσει καμιά προβατίνα από την ταραχή του, ότι μπορεί εδώ να βγει κάποιος σε σύνταξη και κάτω απο τα 40, αλλά με το μαλαό είπαμε, την θέλουμε την περμεζάνα του, μην ξεπέσουμε εστέτ άνθρωποι στις μυζήθες της σειράς!

thinks είπε...

Αμ' σαφώς και δεν του χρωστάμε €75! Εγώ τα βγάζω κάπου €465. Δεν ανησυχώ για προβατίνες. Εδώ έχουμε κατσίκες, κι' ο φίλτατος είναι 75 αλλά δεν θέλει σύνταξη... Ένας άλλος βοσκός εδώ, είναι 103 ετών και έχει μειώσει το τσιγάρο στα 3-4 την ημέρα. Τρώω κι'εγώ νόπιο τυρί, μπας και. Που ξέρεις. Που να γράψω στην Ελλάδα να ζητήσω σύνταξη; έχω χτυπήσει τα 40, χρόνια τώρα!

Τζων Μπόης είπε...

Εγώ πάλι αν δεν χρεωκοπήσω ως χώρα, είμαι ενήμερος δανειολήπτης και πληρώνω και τόκο επί των όσων οφείλω, μη σου πω ότι από τον τόκο που εισπράττει ο βοσκός αγοράζει την τροφή για την προβατίνα του.
Αν τώρα χρεωκοπήσω νομίζω ότι εκείνος θα αναγκαστεί να φάει την προβατίνα του κι εγώ το χορτάρι της :)

thinks είπε...

Μμμ... βλέπω που το πας. Η κατσίκα του θα του τελειώσει (είναι και πετσί και κόκαλο εδώ στα βουνά), αλλά το χορτάρι δεν τελειώνει. Λίγο λεμονάκι, λίγο αλατάκι...

Τζων Μπόης είπε...

Άρα και μπαταχτσής και χορτάτος!
Αμ πως!