Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Η Κουρελού

Η κοπέλα μπροστά μου βημάτιζε νωχελικά, ή τέλος πάντων προσπαθούσε να βηματίσει με στρατιωτικό βηματισμό φορώντας ψηλοτάκουνα, κατεβάζοντας παράλληλα τη μαύρη φούστα, η οποία από το ένα-δύο, ένα δυο, είχε φτάσει μέχρι την ήβη, ένα μικρό πουλί πέρασε από μπροστά της κι εκείνη έκανε ότι φοβήθηκε, πιο πίσω μια ομάδα νεαρών, με λευκά πουκάμισα και σκούρα παντελόνια φώναζαν «αού, αούα», ακολουθώντας το παράγγελμα του εκπαιδευτικού-μαθηματικού, φιλολόγου-who cares-wannabe πολέμαρχου, πιο δίπλα η ελληνίδα μάνα-κουράγιο-σήμερα έκανα ένα γιουβετσάκι μούρλια-με τη Nikon στο χέρι απαθανάτιζε τη μαθητιώσα νεολαία σε στιγμές απερίγραπτης βαρεμάρας, εκείνοι γελούσαν αφήνοντας να φανούν τα σιδεράκια στα δόντια, μια μαθήτρια-μοντέλο-κάτσε να βάλω λίγο κραγιονάκι-έπαιρνε πόζα, σκουπίζοντας με χάρη τη γύρη που είχε πέσει πάνω στα ρούχα της, ένας νεαρός-τύφλα να’ χει η φράντζα του Justin Bieber-φώναζε «ρε μαλάκες, δεν χτυπάμε μετά ένα Κολωνάκι;”, μερικοί πολιτικοί πρόσφυγες-βλέμματα σκληρά-σήκωναν πλακάτ υπέρ της χορήγησης πολιτικού ασύλου, κάποιος κύριος έβγαζε χρήματα από ένα ΑΤΜ την ώρα που τον ενοχλούσε μια μέλισσα, ένας άλλος μοίραζε φέιγ-βολάν κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στους βομβαρδισμούς της Λιβύης κι έτρωγε λουκουμά, κάποιος άλλος μασουλούσε ηλιόσπορους και πετούσε κάτω τα φλούδια κι αυτά τα έπαιρνε ο ανοιξιάτικος αέρας, δυο-τρεις γραβατωμένοι-πρώην golden boys-μιλούσαν για κάποιο new deal-κάτσε να βγάλουμε κανένα φράγκο, στην Galleria Κοραή-wannabe Μιλάνο-ακούγονταν γέλια, πειράγματα και μουσικές, κάποιες νότες ξεπηδούσαν από ένα ακορντεόν και μπερδεύονταν με τις φωνές των νεαρών, μερικοί είχαν σταθεί έξω από το Paul στην Πανεπιστημίου παρατηρώντας τα flan, τα quiche lorraine και τις άλλες δυτικοευρωπαϊκές λιχουδιές, ένας ζητιάνος εκλιπαρούσε για μερικά ευρώ κι ένας σκύλος μπερδεύονταν στα πόδια του, το video wall του Zonars πρόβαλε ανεπανάληπτες στιγμές της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, μερικοί τουρίστες με τα κοντομάνικα παρατηρούσαν, άλλοτε αυτό το πολύχρωμο παζλ κι άλλοτε τον καταγάλανο αττικό ουρανό, έκλειναν τα μάτια και ανέπνεαν βαθιά κι ένας όμορφος ανοιξιάτικος αττικός ήλιος χάιδευε με τις ακτίνες του (καιρό είχε να με πιάσει το ποιητικό μου) τα τσιμεντένια κτίρια της μικρής μεγάλης μας πόλης…


Αισθάνθηκα ότι ήμουν αόρατος, ότι μπορούσα να βρεθώ από το Θησείο στην Ομόνοια, από το Σύνταγμα στην Πλάκα κι από την Πλατεία Αμερικής μέχρι του Φιλοπάππου, πετώντας σαν πουλί, μπορούσα να ακούω να παίζουν λαϊκά, ζεϊμπέκικα, jazz, blues, τσιφτετέλια, μπορούσα να μεταμορφωθώ σε μια νότα από ένα ακορντεόν, να μυρίζω την τσίκνα από τα σουβλάκια, τις αχνιστές τυρόπιτες, τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, τις ανθισμένες νεραντζιές των πεζοδρομίων…σαν να βρισκόμουν μέσα σε ένα μίξερ που τα ανακατεύει και τα αλέθει όλα κι εγώ να γίνομαι ένα με όλα τα υπόλοιπα υλικά, αλλά παράλληλα να μένω πάντα ο ίδιος, να αναμειγνύομαι, να πολτοποιούμαι, αλλά να βγαίνω ανέγγιχτος, να συνεχίζω, να περπατώ, να πετώ πάνω από αυτή την πόλη-κουρελού και να μπαίνω ξανά μέσα της, στα σπλάχνα της, σαν ένα μικρόβιο που κυκλοφορεί στο αίμα της, σαν ένα μικρό ζιζάνιο που την γαργαλά, να την ξεσκίζω, να την αποδομώ και να την πλάθω ξανά με στοργή, από την αρχή, όπως την έχω εγώ ονειρευτεί, όπως θα ήθελα να είναι και μετά να μπερδεύομαι με τη γύρη των λουλουδιών, να κάθομαι πάνω στα περβάζια των παραθύρων της, στις απλωμένες της μπουγάδες, να με παίρνει ο αέρας και πριν προλάβω να πέσω πάλι κάτω στη γη, να πετάω ψηλά, να την παρατηρώ σαν μια πολύχρωμη χαοτική κατασκευή lego, να αιωρούμαι, να στροβιλίζομαι, να ανακατεύομαι με το πλήθος, να μπαίνω ξανά μέσα στο μίξερ της, να γίνομαι ένα με αυτή τη θελκτική άνοιξη που έρχεται ξανά εδώ, διόλου ανάλαφρα και τρυφερά κι όμως τόσο παράξενα και αδιευκρίνιστα ελπιδοφόρα…


5 σχόλια:

scarlett είπε...

Μία , μία ξεδιπλώθηκαν οι σκηνές που περιγράφεις μπροστά μου, τις είδα, τις μύρισα, τις άκουσα, έφυγα από τη μικρή μου πόλη και βρέθηκα εκεί, στο κέντρο της κουρελούς.
Είναι εκπληκτική η περιγραφική σου ικανότητα!

(Αυτός με τα φειγ-βολάν και τον λουκουμά μου άρεσε πολύ.Πείνασε ο άνθρωπος, τι να κάνει ; Είναι μακριά η Λιβύη :) )

"κι όμως τόσο παράξενα κι αδιευκρίνιστα ελπιδοφόρα…"

Εκει εστιάζω, αυτό κρατώ, σ'ευχαριστώ!

...και μου άρεσαν πολύ οι φωτό

Άνευ Χαρτοφυλακίου είπε...

Σκληρό αλλά και μαζί συμπονετικό.
Η τελευταία φράση και φωτογραφία αγγίζουν τα όρια της συγκίνησης, έτσι νομίζω.

Μεγάλη έμπνευση τελευταία Τζων, πες μας τι πίνεις και δεν μας το δίνεις :)

Τζων Μπόης είπε...

@ Να ΄σαι καλά Scarlett...
Κάτι μου λέει ότι μάλλον έχεις επιθυμήσει την Αθήνα, νομίζω δε, ότι η Άνοιξη είναι η καλύτερή της εποχή...

@ Άνευ Χ., είσαι ευσυγκίνητος και να το προσέξεις :)
Νερό πίνω μόνο, αλλά ως εστέτ, μόνο Voss!

scalidi είπε...

Εγώ τις έκανα κιόλας τις διαδρομές που αναφέρεις. Το μόνο που έσωζε το τοπίο και τους ανθρώπους του, ήταν αυτός ο αναζωογονητικός ήλιος και κάτι πεισματικά ανθισμένα δέντρα και λουλούδια...

Τζων Μπόης είπε...

κάτι είδα στο Blog σου Σταυρούλα...
...μα κι εσύ, άφησες το Ναύπλιο; :)