Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ξέφτια



Νόμιζε ότι θα τον είχε για πάντα δίπλα της, σαν μια μούμια των Φαραώ, νόμιζε ότι θα τον κρατούσε στη φορμόλη, νόμιζε ότι μερικοί άνθρωποι μένουν πάντα σαν τα κέρινα ομοιώματα της Μαντάμ Τισσώ, νόμιζε ότι είχε να κάνει με ένα χαμογελαστό ανθρωπάκι της Playmobil να παίζει μαζί του.
Είχε μάθει να μαγειρεύει ωραία, πολύ χρήσιμο, πολλά περνούν από το στομάχι, κι αν κάποια οδηγούνται ανάμεσα στα πόδια, δεν καταλήγουν απαραιτήτως στην καρδιά. Η εκπαίδευσή της είχε κενά, πολλά.
Είχε εκπαιδευτεί για να ακούει, σπάνιο πράγμα, μεγάλο προσόν, τέλειο τρικ, άκουγε και προσέφερε ότι της ζητούσε, κολλημένη σαν πεταλίδα πάνω σε βράχο, σε ένα κέρινο ομοίωμα, σε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο, παραδομένη στον εισβολέα, έμπαινε στη ζωή του μόνο κατασκοπευτικά μέσα από τις χαραμάδες που εκείνος άφηνε και του διέλυε ότι μέχρι τότε είχε ζήσει, του σχεδίαζε το πατρόν, του έραβε το παρόν, πόνταρε στο μέλλον, δίχως οίκτο, δίχως λύπηση, υπέκλεπτε μυστικά, εκμαίευε φαντασιώσεις, αποφυλάκιζε πάθη, ξεχαρβάλωνε χειρουργικά τους μεντεσέδες της ψυχής του, ξεκλείδωνε με την επιδεξιότητα έμπειρου λοποδήτη τις ανασφάλειες και τους φόβους του, επένδυε την αφοσίωση που του έδινε, περιμένοντας υψηλότοκη απόδοση και το κεφάλαιο ατόφιο σε κάποια απροσδιόριστη ημερομηνία λήξης.
Βαθιά μέσα της ήξερε ότι το κέρινο ομοίωμα κάποια στιγμή θα έλιωνε σαν λαμπάδα της Λαμπρής, θα της έκαιγε τα δάχτυλα, θα λέρωνε την αψεγάδιαστη δοτικότητά της και οι πληγές θα κακοφόρμιζαν, κάποια στιγμή θα της μύριζε η φορμόλη, θα την αηδίαζε τόσο πολύ που θα σιχαινόταν τον εαυτό της και θα ξερνούσε όλες τις στιγμές που αγκάλιαζε μια μούμια, δεν την ένοιαζε, αυτή μόνο επένδυε μακροπρόθεσμα, τραβούσε το χρόνο από τις άκρες κι όσο τον τραβούσε τόσο αυτός ξεχείλωνε και έχανε το σχήμα του κι εκείνη κρατιόταν απ΄τα ξέφτια και σερνόταν. 

Τα βράδια καθόταν δίπλα της και της μιλούσε, μιλούσε συνέχεια, για εκείνον πάντα, για τις δικές του ανάγκες, τις δικές του επιθυμίες, της έπλαθε έναν κόσμο όπως θα τον ήθελε εκείνος και της μιλούσε με τον τρόπο που θα ήθελε εκείνη να ακούσει μόνο και μόνο για να την έχει δίπλα του, γιατί μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει, να αφουγκραστεί τα πάθη του, τον φανταστικό κόσμο μέσα στον οποίο ήθελε να ζήσει, ήταν η μόνη που μπορούσε να δίνει χωρίς να παίρνει, να αρκείται σε ότι της προσέφερε, έτσι νόμιζε, ήταν η μόνη που μπορούσε να ακούει τις περιγραφές του και να χώνεται στις απόκρυφες γωνιές του χωρίς αντίδραση, εκείνος δεν επένδυε, απλά κατανάλωνε, προεξοφλούσε όλα όσα κάποια στιγμή εκείνη θα μετάνιωνε, δεν τον ένοιαζε, ζούσε τη στιγμή όπως του είχε προσφερθεί, όπως του είχε κατασκευαστεί. Είχε μπει στη ζωή της χωρίς οίκτο, χωρίς έλεος, είχε εισβάλει πραγματικός κατακτητής, είχε κατεδαφίσει την κερκόπορτά της με ορμή κι όσο εκείνη τον άκουγε και περίμενε στωικά τη στιγμή που θα την άφηνε για λίγο κι εκείνη να μιλήσει, να ψελλίσει όλα όσα ένιωθε, εκείνος σκάλιζε μέσα της πληγές, την γέμιζε χαρακιές, της φυλάκιζε το χρόνο γιατί φοβόταν να ακούσει και καθώς ρουφούσε την κάθε της πνοή, καθώς εισέβαλε μέσα της και την λεηλατούσε, καθώς την πετσόκοβε σε κομμάτια, εκείνη σαν Λερναία Ύδρα έβγαζε νέα μέλη, τον αγκάλιαζε σαν μέγγενη, τον περιτύλιγε μέσα της και τον αποχύμωνε αργά και βασανιστικά.
Κάθε βράδυ το κερί έλιωνε και το επόμενο πρωί το έφτιαχνε από την αρχή στο σχήμα που εκείνος νόμιζε ότι ήθελε, το υλικό έμοιαζε τόσο εύπλαστο, εκείνος της προσέφερε το χρόνο του να τον μαδήσει, να τον κουρελιάσει, πόντο πόντο, να τον κάνει ίνες και το επόμενο πρωί να τον πλέξει στις δικές της διαστάσεις.
Εκείνο το ρούχο χωρούσε τελικά και τους δύο, πότε στενό, πότε φαρδύ, πότε ξεχειλωμένο, ο καθένας το φορούσε όπως του ερχόταν πριν ξεφτιστεί και ραφτεί ξανά από την αρχή.

Τα συναισθήματα τους όμως δεν ήταν κοινόχρηστα, ήταν απλά οριζόντιες, αυτοτελείς ιδιοκτησίες, μπαινοέβγαιναν μέσα τους ως κλέφτες, ξεχαρβάλωναν κλειδωνιές, απενεργοποιούσαν συναγερμούς, παραβίαζαν απόρρητα, έπαιρναν ότι έβρισκαν και έφευγαν αφήνοντας μόνο αναστάτωση. 
Κάποια βραδιά - τελικά μόνο τα βράδια γίνονται όλα, τότε που παίζουμε με τα προσωπικά μας όρια, τότε που τα περιγράμματά μας αλλοιώνονται από τις σκοτεινιές και τον καπνό της ψυχής μας - εκείνη δεν άντεξε κι ενώ νόμιζε ότι αργά ή γρήγορα θα απομακρύνονταν πρώτα εκείνος, πριν τελικά συμβιβαστεί με την σταθερότητα, πριν κυλίσει στη μονιμότητα, τίναξε από πάνω της τη σκόνη από το ξήλωμα και τον πέταξε πίσω στο χτες.
Δεν πήρε πίσω ούτε τον τόκο αλλά ούτε και το κεφάλαιο, έμεινε μόνο με τα ξέφτια.
Εκείνος έμεινε ξεφτισμένος να βρει μόνος την άκρη του, μα όσες πληγές είχε ανοίξει πάνω της, μόλυναν τελικά τον ίδιο πριν ξαναπιάσει το νήμα από την αρχή.

Μετά από καιρό κατάλαβαν ότι οι ζωές των ανθρώπων δεν συγκολούνται με τα πάθη, δεν ενώνονται με συρραφές στιγμών, με ένα λυσσαλέο «μπες-βγες» μέσα σε σώματα και σε ψυχές, με συναισθηματικό ποντάρισμα, με ένα ράβε-ξήλωνε, με υψηλότοκες προσδοκίες, οι προσδοκίες είναι φυλακές, για να μπλέξουν όμορφα οι ζωές πρέπει κάτι δικό σου να σκοτώσεις, να ενώσεις τις ζωές με τα λάθη σου, με τα λόγια που γίνονται σιωπές και που μεταφράζονται στη συνέχεια σε αγγίγματα, με αμοιβαίο μοίρασμα μικρών καθημερινών περιπετειών, με εκείνο το ηλεκτρισμένο συναίσθημα της ανταλλαγής ονείρων, οι όμορφες ζωές πλέκονται πάντα με καινούργιες ίνες, ποτέ με ξέφτια…

10 σχόλια:

scarlett είπε...

Ομορφο κειμενο , Τζων Μποη!

Τοσες ζωες εκει εξω , πλεγμενες όπως οπως με τα ξεφτια...όμως δεν τους κατηγορώ.
Όχι πάντα.
Οι ζωες πλεκονται κατα τη γνωμη μου ομορφα, μονο όταν οι ανθρωποι μενουν μαζι απο επιθυμια ή αγαπη και όχι απο αναγκη ή συνηθεια.
Οι ομορφες ζωες πλεκονται παντα απο ελευθερους ανθρωπους

Καλη σου νυχτα!

Jolly Roger είπε...

Εδω γραφει ενας εμπειρος μαχητης του Ερωτα. Οι πληγες και τα παλια σημαδια ειναι αυτα που μενουν και μας κανουν πιο ομορφους.

Αλλά οσο και να πολεμαμε, δεν μπορουμε να τον νικησουμε. Το ξερουμε αυτο εδω και δυομιση τουλαχιστον χιλιαδες χρονια.

Τζων Μπόης είπε...

Καλησπέρα Scarlett,

Εννοείται ότι δεν κατηγορούμε κάποιον και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό άλλωστε, όταν μέσα σε όλα αυτά υπάρχουμε κι εμείς κι ο καθένας βλέπει τον ίδιο, ή και κάτι από τον εαυτό του.
Στο κάτω κάτω, η ανάγκη να υπάρχεις μαζί με κάποιον είναι σε μερικούς ανθρώπους πιο ισχυρή από την ανάγκη να είσαι ουσιαστικά με κάποιον.
Οι ανάγκες των ανθρώπων είναι πολλές, σωματικές ή και ψυχικές, είναι καλά να ξέρεις τι θες και τι επιδιώκεις, αλλά πολλές φορές αυτά τα ανακαλύπτεις στην πορεία.

Τζων Μπόης είπε...

Καλησπέρα Τζακ!

Εστέτ πεσών, αλλά ουχί μαθών!
Και οι μάχες πάντα χάνονται, αλλά όμως αυτό που απομένει δεν σημαίνει ότι είναι απαραιτήτως κακό.
Όταν θα πω ότι νίκησα, τότε μάλλον θα έχω γεράσει πραγματικά :)

Jolly Roger είπε...

Οι μαχες παντα χανονται. Ανικατε μαχαν ελεγαν.

Να γερασεις λοιπον, ισως γινει [*].
Να πεις οτι νικησες, αποκλειεται.

[*] Αν και κατι αγορια σαν εσενα μεγαλωνουν μεν, δεν γερνανε δε ;-)

Τζων Μπόης είπε...

Μα δεν θέλω να νικήσω, δεν θα έχει ενδιαφέρον μετά.
Σε ευχαριστώ πάντως, η προσπάθεια να φανώ στην ηλικία μου δεν έχει πιάσει ούτε στα μέσα μου, ούτε στα έξω μου, άλλη μια χαμένη μάχη που ευτυχώς ακόμα χάνεται...
Είθε να φτάσω στα χρόνια σου κι ακόμα πιο πέρα :))

thinks είπε...

Είναι κρίμα το πόσοι άνθρωποι περνούν τις ζωές τους έτσι θλιβερά --αλλά δεν εναπόκειται στο να μάθουν πως να ζουν, ή όχι, γιατί αυτά έχουν να κάνουν με κάτι το υποσυνείδητο, τις ανασφάλειες, τραύματα ή φοβίες που δεν επιτρέπουν την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να δώσει κανείς από τον εαυτό του...

...γιατί, η κάθε σχέση είναι ένα πάρε-δώσε. Για άλλους είναι να δίνουν τον εαυτό τους και να παίρνουν ότι θέλει ο/η άλλος/η να δώσει. Για άλλους πάλι είναι να δίνουν αυτά που θα κάνουν τον/την άλλο/η να δώσει αυτά που θέλουν να πάρουν.

Μου φαίνεται ότι σήμερα μιλάς για την δεύτερη κατηγορία...

Τζων Μπόης είπε...

Δημήτρη καλημέρα,

Αν το καλοσκεφτείς, οι περισσότεροι δίνουμε στον άλλον/η αυτά που θα τον/την κάνουν να μας δώσει αυτά που εμείς επιθυμούμε να λάβουμε.
Είναι το γνωστό ζήτημα της ανιδιοτελούς αγάπης, την οποία δεν πιστεύω. Άντε να το δεχτώ στην εκδοχή της αγάπης του γονιού προς το παιδί, που και για αυτό τελικά έχω τις αμφιβολίες μου, σε άλλα επίπεδα δεν υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη και άνευ όρου δόσιμο.
Οπότε στα χρόνια που είμαι, έφτασα ουδένα να κατηγορώ για τις επιλογές του.
Σε κάθε σχέση κάτι δίνεις κάτι παίρνεις, ακόμα και τα λάθη που αντιλαμβάνεσαι ότι έκανες είναι κι αυτό μια απολαβή.

thinks είπε...

Οπωσδήποτε, δεν είχε, από μέρους μου, ίχνος "κατηγορητηρίου" η σκέψη μου (παρά μόνο δύο ομάδες/κατηγορίες) γιατί απλά έχεις δίκιο και έτσι είναι ο άνθρωπος -μόνο sociopaths θα το έκαναν (το πρώτο που ανέφερα) προσχεδιασμένα και αυτοί είναι ελάχιστοι. Αλλά από την δική μου πείρα, χωρίς να έχω ιδέες για αριθμούς και ποσοστά, ξέρω ότι υπάρχουν και οι άλλοι, και όταν σπάνια τύχουν και οι δύο σε μια σχέση να είναι έτσι, τότε η σχέση αυτή είναι "ευλογημένη"...

Και βέβαια είναι απολαβή και το να αντιλαμβάνεται κανείς τα λάθη του --πόσοι όμως άνθρωποι αντιλαμβάνονται κάτι σαν δικό τους λάθος, σε οποιαδήποτε περίπτωση...

Τζων Μπόης είπε...

Νομίζω ότι το λάθος που κάνουν πολλοί άνθρωποι είναι να πιστεύουν ότι η "ευλογημένη" σχέση, όπως ωραία λες, είναι και ανιδιοτελής. Μια ιδιοτελής σχέση μπορεί να είναι ευλογημένη, μια ευλογημένη δεν μπορεί να είναι ανιδιοτελής.
Αυτό το δέχεσαι όπως ακριβώς είναι, γιατί έτσι έχουν τα πράγματα.

Όσον αφορά τα λάθη, στη ζωή μου μέχρι τώρα, συνήθως πέφτω πάνω σε ανθρώπους δύο ακραίων κατηγοριών, εκείνων που δεν παραδέχονται τα λάθη τους με τίποτα κι εκείνων που ενοχοποιούν τον εαυτό τους για οτιδήποτε συμβαίνει.
Εξαιρετικά κουραστικό και το ένα και το άλλο, ειδικά με εκείνους τους απόλυτα ενοχικούς έχω μεγάλο θέμα επικοινωνίας.