Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Βεγγαλικά


 

Το δωμάτιο της οδού O. ήταν τελικά σπουδαίο. Για να το προσεγγίσεις περνούσες μέσα από ένα ετερόκλιτο και πολύχρωμο πλήθος που ψώνιζε φτηνοπράγματα από τα μικρομάγαζα της περιοχής, σταματούσες στο παρακείμενο ξενοδοχείο να κόψεις κίνηση στην είσοδο, βάδιζες μερικά μέτρα και πιο κάτω βρισκόσουν μπροστά από μια βαριά σιδερόφραχτη πόρτα, έφτανες σε μια σκοτεινή και υγρή αυλή και στη συνέχεια ανέβαινες τις ξύλινες σκάλες που έτριζαν για να φτάσεις στο δωμάτιο του τρίτου ορόφου.
Το κτίριο έκανε ένα Πι στην πίσω του πλευρά, δεν έβλεπε σε δρόμο, έβλεπε τις σκεπές, τα παράθυρα και τους τοίχους των άλλων σπιτιών, έβλεπε και στον περίβολο της διάσημης εκκλησίας, τα δωμάτια στο μέρος εκείνου του κτιρίου είχαν μόνο τζαμαρίες. Το μικρό δωμάτιο βρισκόταν στην εσοχή του Πι, δεξιά έμενε μια έγχρωμη γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, συνήθως μόνη, κάπου κάπου έβλεπες μερικούς συμπατριώτες της να μπαινοβγαίνουν με πολύχρωμα ρούχα, μερικές φορές άκουγες βαριές φωνιές, κάποιες άλλες ρυθμικά τραγούδια, κουρτίνες δεν υπήρχαν.
Στα αριστερά, στο δωμάτιο στην άκρη του κτιρίου έμενε ένας φοιτητής μαζί με μια κοπέλα, μονόχνωτος, δεν πολυμιλούσε, δεν ήξερε κανείς από που ήταν, συνήθως διάβαζαν κι οι δύο μπροστά στην τζαμαρία του δωματίου, κουρτίνες δεν υπήρχαν.
Πιο δίπλα είχες θέα το δωμάτιο ενός ηλικιωμένου, μπορεί να ήταν κάπου στα εξήντα πέντε, ίσως και περισσότερο, μόνιμα καρφωμένος απέναντι από μια οθόνη υπολογιστή, έπινε coca cola και πληκτρολογούσε, πάντα ήσυχος, που και που έμπαιναν μέσα νεαρά αγόρια και του κρατούσαν συντροφιά, κουρτίνες δεν υπήρχαν.
Στο δωμάτιο της οδού Ο. υπήρχε μια ντουλάπα, ένα γραφείο, ένα μικροσκοπικό τραπέζι, δύο καρέκλες κι ένας καναπές-κρεβάτι, όλα από τα Ikea, κουρτίνες δεν υπήρχαν.
Πολλές φορές τα φώτα στα δωμάτια εκείνης της πλευράς του κτιρίου ήταν σβηστά, τα φώτα ήταν μάλλον περιττά, ακριβώς απέναντι και μέχρι της δώδεκα το βράδυ τα ψυχρά φώτα της διάσημης εκκλησίας έλουζαν τις τζαμαρίες και διείσδυαν βαθιά μέσα στα δωμάτια, τότε ήταν που έβλεπες ανθρώπους να περιφέρονται μέσα σε αυτά, σκιές να διαγράφονται, να τις χαιδεύει το φως, την γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας να τυλίγει ρούχα, τον φοιτητή με την κοπέλα να τσακώνονται και μετά να καρφώνουν το βλέμμα τους στον έξω κόσμο, τον ηλικιωμένο να είναι προσηλωμένος στον υπολογιστή του.
Μετά τις δώδεκα το βράδυ, τα φώτα της διάσημης εκκλησίας έσβηναν και ήταν το κίτρινο φως των δωματίων που έβγαινε προς τα έξω και τότε ακριβώς οι ρόλοι αντιστρέφονταν, από τα σκαλιά της εκκλησίας μπορούσες να παρατηρήσεις τους μέσα, τότε ήταν που οι ίδιοι οι ένοικοι των δωματίων γίνονταν το βραδινό έκθεμα στον έξω κόσμο.
Στο δωμάτιο μπαινόβγαινε κόσμος, πότε για λίγο, πότε για περισσότερο, το δωμάτιο είχε γίνει κοινόχρηστο, εδώ κι εκεί θα έβλεπες γλυκά από τη Θεσσαλονίκη, χυλοπίτες από την Πελοπόννησο, κρασί από την Κρήτη, χάμπουργκερ από τα McDonald's, μαζί με με κρέπες από το διπλανό μπιστρό, βιβλία, χαρτιά, ρούχα και παπούτσια πεταμένα εδώ κι εκεί, μια κιθάρα, κάποιες φορές εκεί μέσα κοιμήθηκαν περισσότεροι από όσοι χώραγαν, λίγοι όμως για να αντέξουν τελικά εκείνη τη θέα με τα φώτα της διάσημης εκκλησίας αναμμένα κι εκείνο το απότομο σβήσιμό τους στις δώδεκα ακριβώς, τότε που η περιοχή βυθιζόταν σε ένα πνιγηρό ημίφως από τα φώτα των δρόμων.
Εκείνο το βράδυ, τα φώτα της διάσημης εκκλησίας δεν άναψαν, όλοι πίστεψαν ότι επρόκειτο για βλάβη, οι ένοικοι των δωματίων της πλευράς εκείνης του κτιρίου στέκονταν μπροστά στις τζαμαρίες περιμένοντας το άναμμα τους, ο φοιτητής και η κοπέλα σιωπηλοί χωρίς να τσακώνονται, η γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας να κοιτά έξω και να τυλίγει ρούχα, ο ηλικιωμένος μαζί με ένα αγόρι και τότε η πόρτα χτύπησε κι εκείνη μπήκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κι όλα έμοιασαν να φωτίζονται, χωρίς καν να ανάψει ένα φως, θα έκανε περίπου πέντε λεπτά για να ξαλαφρώσει από τα βαριά ρούχα που φορούσε, το κρύο ήταν αφόρητο, παραμέρισε ένα μπουκάλι με χύμα ελαιόλαδο πάνω στο τραπέζι, άφησε δύο μπαγκέτες με τυρί και γαλοπούλα κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.
Ησυχία. Στην τζαμαρία έτρεχαν υδρατμοί σε χοντρά ρυάκια, έξω ψύχος, όλα έμοιαζαν θαμπά, σαν όλοι να βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σε εκείνη την σκοτεινιά περιμένοντας σιωπηλά μπροστά από τις τζαμαρίες ένα φως και καθώς το βράδυ έπεφτε και τα φώτα δεν άναβαν και μόνο το αχνό κίτρινο φως από τα φανάρια του δρόμου έφεγγε, ο καθένας άρχιζε να ανάβει δειλά κάποια λάμπα και ενώ έβλεπες μικρά φωτάκια μέσα από τα δωμάτια να λαμπιρίζουν, τότε ξαφνικά η νύχτα φωτίστηκε κι έγινε ημέρα, από απέναντι άρχισαν να εκτοξεύονται βεγγαλικά, μικρά, μεγάλα, πολύχρωμα, περίτεχνα, νόμιζες ότι μπορούσες να τα πιάσεις, αισθανόσουν ότι βρίσκεσαι μέσα σε μια δίνη χρωμάτων και φωτός, έτοιμος να ρίξεις κάτω τη χοντρή τζαμαρία, να βγεις έξω στο κρύο και να εκτοξευτείς μαζί με εκείνα ψηλά στον ουρανό.
Ο φοιτητής με την κοπέλα του, η έγχρωμη γυναίκα απροσδορίστου ηλικίας, ο ηλικιωμένος με το ημίγυμνο αγόρι και το ζευγάρι του δωματίου της οδού O., στάθηκαν μπροστά από τις τζαμαρίες των δωματίων τους έκπληκτοι, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορρημένοι, εκείνη τη γιορτή φαίνεται να την είχαν όλοι ξεχάσει και ήταν η πρώτη φορά που χαμογέλασε ο ένας στον άλλον μέσα από τις τζαμαρίες, ήταν η πρώτη φορά που έμοιαζε να μπαίνει ένα τόσο γιορτινό φως μέσα τους, αλλά και μέσα σε εκείνο το σκοτεινό κτίριο της οδού Ο.
Τα επόμενα βράδια κύλισαν όπως και πριν, όμως εκείνα τα βεγγαλικά είχαν φέρει πιο κοντά μια ετερόκλιτη ομάδα ανθρώπων που απλά βρέθηκαν τυχαία να μοιράζονται μερικά τετραγωνικά του ίδιου σκοτεινού κτιρίου, του ίδιου εκείνου κρύου τόπου.
Τις επόμενες ημέρες στους διαδρόμους και στις σκάλες του κτιρίου οι ένοικοι άρχισαν να μην ρίχνουν το κεφάλι κάτω και να ανταλλάσουν μια ευγενική καλημέρα.
Το γιορτινό φως και τα χρώματα, είχαν έστω και παροδικά, νικήσει την σκοτεινιά.
Από τότε πέρασαν κάποια χρόνια, κάποια βεγγαλικά ξανα-άναψαν, κάποια άλλα έσβησαν πριν καν εκτοξευθούν, κάποια άλλα ακόμα φωτίζουν κάποιον νυχτερινό ουρανό και είναι και μερικά που τα περιμένεις μπροστά από κάποια τζαμαρία να δεις να ανάβουν, να εκτοξεύονται, μαζί με αυτά κι εσύ, παρέα με εκείνους που αγαπάς, με εκείνους που σε συντροφεύουν, ίσως να αρκεί μια τέτοια στιγμή για να παλέψεις με το σκοτάδι που πυκνώνει…

8 σχόλια:

scarlett είπε...

Τελικά....χωρίς κουρτινες, βλέπεις καλύτερα τον κόσμο.

Βεγγαλικά θα αναψουν και θα σβήσουν ξανα και ξανα, από εμας εξαρταται να διατηρησουμε φρεσκια τη ματια και να τα αφηνουμε να μας μαγευουν.
Ασε το σκοταδι να ερχεται, μαζι με αυτο ερχεται και καθε νεα αυγη, σαν τη σημερινη που ειναι γεματη φως και χρωματα.

Καλη σου μερα, Τζων Μποη!

Τζων Μπόης είπε...

Καλημέρα Scarlett,

Πάντα ένιωθα ένα άγχος με τις βαριές κουρτίνες στα σπίτια, προτιμούσα τις ανοιχτόχρωμες, τις διάφανες, τις αραχνοΰφαντες ή και τις καθόλου ακόμα...
Χαίρομαι με τη σημερινή σου ματιά και όντως έτσι είναι, η μέρα μάλιστα είναι καταπληκτική σήμερα, έξω μοσχοβολούν οι νεραντζιές και δεν με αφήνουν να δουλέψω...

υ.γ.: Ελπίζω να περνάτε όμορφα :)

scarlett είπε...

Πώς να δουλέψεις με τις νεραντζιές;
Είναι πάντως μια τοσο ευχαριστη νοτα στην κατα τ'αλλα μπετονενια πολη μας!

Στις μετακομισεις των τελευταιων χρονων , εμεινα αναγκαστικα καποιες μερες χωρις κουρτινες. Θυμαμαι τη μαγεια της νυχτας κατα τα διαστηματα αυτα, όταν αλλοτε μπορουσα να δω απο το κρεβατι μου το φεγγαρι και άλλοτε τ'άστερια.

υ.γ. ωραια περασαμε, αν και το σ/κ ηταν μαλλον συννεφιασμενο
:-)

Τζων Μπόης είπε...

Τυχερός όποιος μπορεί να βλέπει τον ουρανό και τα αστέρια από το κρεβάτι του το βράδυ...

υ.γ.: ...ας έχει συννεφιά μόνο ο καιρός κι εμείς μέσα σας λιακάδα

Τζων Μπόης είπε...

Πειρατή, με την ιστορία σου αυτή ήταν σαν να περιέγραφες εμένα, τότε και μερικά χρόνια μετά.
Τότε, θα έκανα ότι ακριβώς έκανε κι ο ρομαντικός φίλος σου. Μερικά χρόνια μετά, ίσως να χτυπούσα όλα τα κουδούνια της περιοχής.
Από πρακτικής όμως πλευράς, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, τελικά οι πιθανότητες να προκύψει συνάντηση θα ήταν μηδαμινές.
Τι τα θες...σε αυτά τα πράγματα όσο κι αν το προσπαθείς, αν είναι να συμβεί κάτι θα συμβεί και δεν χρειάζονται ούτε κρυφοί φωτισμοί, ούτε κεριά να καίνε, ούτε μουσική να παίζει, ούτε ακρογιαλιές, δειλινά και ρομαντικά τοπία, μπορεί να είναι ένα τυχαίο περιστατικό, ακόμα κι ένα βλέμμα μέσα σε μια ψαροταβέρνα (μου έτυχε), το ποιά και πόσα βεγγαλικά θα ανάψουν μπροστά και μέσα στον καθένα είναι άγνωστο, άσε που βρίσκω και την Αθήνα πιο αισθησιακή από το Παρίσι.
Χάος το μυαλό του ανθρώπου...

Τζων Μπόης είπε...

Πειρατή έσβησα από λάθος μου το ωραιότατατο σχολιό σου και την ιστορία με τον φίλο σου στο Παρίσι, οπότε το επαναφέρω με copy paste εδώ:


( *Jolly Roger είπε...
"Στο Παρισι περασα καμποσες βδομαδες, ο τοτε καλυτερος μου φιλος σπουδαζε εκει. Εμενε σε μια συνοικια με παροιμιωδως παλια σπιτια και στενα, δαιδαλωδη δρομακια.

Εκεινος φλερταριζε με μια ομορφη κοπελα απο το απεναντι παραθυρο (φυσικα χωρις κουρτινες), για πολυ, πολυ καιρο. Και οι δυο δεν ηξεραν που μενει ο αλλος. Βλεποντας τις πισω αυλες τοσο πολλων σπιτιων ηταν αδυνατον να προσδιορισεις σε ποιο στενο / ποια πορτα εισοδου αντιστοιχουσε το καθε παραθυρο.
Και πολλα κουδουνια σ' αυτην την συνοικια δεν ειχαν ονομα.

Εγω - πιο πρακτικος - τον πιεζα να αναρτησει ενα χαρτονι με την διευθυνση του στο παραθυρο του, ενα ονομα, ενα τηλεφωνο, κατι.
Εκεινος - πιο ρομαντικος - προτιμουσε να μην κανει τιποτα.

Δεν συναντηθηκαν ποτέ."* )



Δεν έχω και πολύ μυαλό σήμερα με ανοιχτό το παράθυρο να μοσχοβολάει απ΄έξω μια νεραντζιά, είναι σκέτη μαστούρα, αλλά από το να μυρίζω το χαρτί του εκτυπωτή καλύτερα να προτιμήσω τα σκληρά των αιθέριων ελαίων των ανθών της νεραντζιάς...

Jolly Roger είπε...

Ευτυχισμενος οποιος μπορει να δουλευει μυριζοντας εσπεριδοειδη.

Δεν μπορω να μυρισω τετοια :-( αλλά τουλαχιστον ακουω (και βλεπω) κοτσυφια και σπουργιτια δουλευοντας.

Τους φτιαχνω τροφη δικης μου συνταγης, δεν εμπιστευομαι τα ετοιμα. Καθε μερα φευγει γυρω στο 1 κιλο.

Τον εναν σπουργο τον βαφτισα Τζακ ;-)
Και τον εναν κοτσυφα Σταυρο και κυρ Σταυρο και αφεντη Τσουτσουλομυτη.

Τζων Μπόης είπε...

Χαίρομαι που βλέπεις και ακούς και τον Τζακ και τον Σταύρο τον Τσουτσουλομύτη, αλλά κι όλη την παρέα τους :)
Το ζήτημα εδώ είναι ότι η μυρωδιά από τα άνθη των νεραντζιών κρατάει μόνο λίγες εβδομάδες, μαζί όμως με τις νεραντζιές μυρίζω εξατμίσεις, μηχανές μεγάλου κυβισμού μου τρυπούν τα τύμπανα, βλέπω jeep, πολλααααααααά jeep, βλέπω μέχρι και hummer, ακούω και βλέπω μεγαλοαστές κυρίες με σκυλάκια παρέα με τη Φιλιππινέζα τους, μοντέλες, μοντέλους, μόδιστρους, σελέμπριτις, tv περσόνες, άστεγους, ζητιάνους, πολλούς ζητιάνους, διαδηλωτές, αργόσχολους κουλτουριάρηδες, φοιτητές, συγγραφείς, πολιτικούς, πολλούς πολιτικούς, από όλα έχει ο μπαξές εδώ...στους περισσότερους θέλω να πετάξω γιαούρτι σακουλίσιο, το κεσεδάκι είναι πιο κομ ιλ φο, αλλά κλείνω τα μάτια και απλά μυρίζω την νεραντζιά και σκύβω το κεφάλι στα χαρτιά μου...