Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Masumiyet Müzesi

Με τις εμμονές σου, είτε θα πρέπει να συμβιβάζεσαι και να πορεύεσαι αρμονικά μαζί τους, είτε θα πρέπει να απαλλαγείς από αυτές με συνοπτικές διαδικασίες.

Ευτυχώς με τις δικές μου ξεμπερδεύω πολύ εύκολα, για αυτό και με επισκέπτονται πλέον σπανίως, όμως όταν μου χτυπούν την πόρτα είμαι πάντα πρόθυμος να την ανοίξω.

Best sellers διαβάζω σπάνια, όχι γιατί έχω καμία εμμονή με τα ευπόλητα, απλά γιατί διαθέτω μια ακόμα μεγαλύτερη εμμονή, να μην κάνω δηλαδή πράγματα που κάνουν οι άλλοι στον ίδιο χρόνο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για να το σνομπάρω, καθώς έμαθα ότι το βιβλίο αυτό πουλάει περισσότερο κι από κουραμπιέδες τα Χριστούγεννα, αλλά όμως εδώ μιλάμε για τον Ορχάν Παμούκ, του οποίου τα βιβλία διαβάζω μονορούφι από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του ’90, όταν πρωτοδιάβασα το «Μαύρο Βιβλίο» και ενθουσιάστηκα.

Από τότε τον ακολουθώ κατά πόδας, καθώς συμπικνώνει μια σειρά από χαρακτηριστικά, τα οποία εκτιμώ ιδιαίτερα, δηλαδή, γραφή γλαφυρή, τρυφερή, μελαγχολική, πολύχρωμη, γλυκιά νοσταλγία, βαθύς και ανεπιτήδευτος συναισθηματισμός, ρομαντική ματιά, βελούδινος ρεαλισμός και μια απέραντη και ειλικρινή αγάπη για το βασικό μοτίβο των βιβλίων του, δηλαδή την Πόλη, τη δική του εμμονή, από την οποία μάλλον δεν θέλει να απαλλαγεί. Η γραφή του Παμούκ είμαι μια γραφή ρυθμική και γεμάτη μουσικότητα, είναι σαν να ακούς να παίζει το κανονάκι κι εσύ να κάθεσαι και να αγναντεύεις τον Βόσπορο μια δροσερή φθινοπωρινή μέρα, είναι μια γραφή απλά απολαυστική.


Με το βιβλίο αυτό ο Παμούκ και με την ευκαιρία της έναρξης της θητείας της Πόλης ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης για το 2010 (ή ευρωπαϊκής πρωτεύουσας του Πολιτισμού, όπως νομίζω ότι το λένε πλέον), περνά επιτέλους από τα χωράφια της εγχώριας αμφισβήτησης, στο πεδίο της όψιμης αναγνώρισης, γεγονός το οποίο θα πρέπει να μας προβληματίσει και να μας παραδειγματίσει, για το πως δηλαδή μια χώρα μπορεί να μεταμορφώνεται, να μεταλάσσεται, να ξεπερνά, έστω και φαινομενικά τις εμμονές της και να πορεύεται μέσα στο χρόνο, ακολουθώντας ένα μοναδικό ένστικτο επιβίωσης και προσαρμογής.


Σήμερα άρχισα να καταδύομαι μέσα στις σελίδες του και ενώ στην αρχή κρατούσα επιφυλάξεις ως προς τις δυθυραμβικές κριτικές που ακολουθούν το «Μουσείο της Αθωότητας» (Masumiyet Müzesi), διαπιστώνω ότι τελικά και λίγουν γράφουν.

2 σχόλια:

Katerina ante portas είπε...

To διαβάζεις στο πρωτότυπο αγαπητέ μου πολυτάλαντε φίλε; Ίσως γι'αυτό διακρίνεις στο ύφος του Παμούκ όσα περιγράφεις. Δύσκολο πράγμα η μετάφραση..

Καλή εβδομάδα,

Τζων Μπόης είπε...

Αικατερίνη, δεν έχω φτάσει ακόμα σε αυτό το επίπεδο, αν και προσπαθώ να παλέψω μερικά πράγματα, μάλλον ανεπιτυχώς, η μετάφραση φυσικά και δεν αποδίδει το πρωτότυπο πάντα, ειδικά σε μια γλώσσα τόσο διαφορετική από τις ινδοευρωπαϊκές
όσο για το προηγούμενο βιβλίο του Παμούκ είχα πάρει τη βοήθεια του κοινού, δηλαδή εμπιστεύτηκα την απόδοση από το πρωτότυπο σε δικό μου άνθρωπο ο οποίος ομιλεί τέλεια τόσο την τουρκική όσο και την ελληνική, μάλιστα σε μερικά σημεία υπήρξε "ανάγνωση" δια ακοής