Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Μπαμ

Είναι καιρό τώρα που το νιώθω, το έχω συζητήσει και με άλλους και μάλλον όλοι έχουμε την ίδια αίσθηση. Ας πούμε ότι μοιάζει με την προσμονή μιας γέννας.

Στα διόδια μπροστά μου μια όμορφη κοπέλα κατεβαίνει από το Citroen, ανοίγει την μπάρα και με ένα υποδόριο χαμόγελο, από εκείνα που σε σφάζουν και σε χαϊδεύουν μαζί, κοιτάει λοξά την ταμία των διοδίων, κοιτάει και πίσω, κάνει ένα νεύμα, πατάει γκάζι και χάνεται κάπου στο ύψος Τραγάνας, το Jeep που ακολουθεί δεν πληρώνει κι αυτό, πληρώνω εγώ, μάλλον για όλους, αυτή τη φορά το χέρι βγαίνει πιο δυστακτικά μέσα από το παράθυρο, έχω δρόμο μέχρι τη Θεσσαλονίκη για να το αποφασίσω, το road movie συνεχίζεται, στα Τέμπη ξαναπληρώνω, μετά είναι τα δύσκολα…

Στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της πολύπαθης Αθήνας μια βουβή αγανάκτηση, μια σιωπηρή συναίνεση, ένα modus vivendi της συμφοράς, ένα θηρίο που βρυχάται από μέσα του, περιμένοντας να ανοίξει το στόμα και να κατασπαράξει. Λαμαρίνες, άνθρωποι, στεγνά πρόσωπα, εύθραυστα βλέμματα, πρώτη-φρένο-πρώτη-φρένο, ένα σχολικό, μέσα του μικροί ανυποψίαστοι χαμογελαστοί ήλιοι, μια ανθισμένη αμυγδαλιά σε ένα κήπο, κορναρίσματα, ο Ρέμος στο ραδιόφωνο, φθαρμένα τακάκια, ταλαιπωρημένα δισκόφρενα, ξεχαρβαλωμένα σασμάν, μέηκ-απ στο καθρεπτάκι, «κουνήσου επιτέλους μανδάμ!», κάποιοι πίνουν χλιαρό καφέ στο πλαστικό και πετούν την γόπα έξω βρίζοντας.

Στο μετρό παντού μικρά χαρτάκια – προκηρύξεις, ακτιβιστές, «δεν πληρώνω», σου γνέφουν με νόημα και σε περιμένουν να συμπορευτείς μαζί τους, κασκόλ, γάντια, μια τοξική νεροποντή, ένας μελαμψός μετανάστης έχει χωθεί σαν τη γάτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών και ψάχνει, μια θωρακισμένη mercedes σχίζει την Μητροπόλεως, Μοναστηράκι, τα ντονέρ ξεφορτώνονται στον Μπαϊρακτάρη, πιο δίπλα μυρίζει μπαχάρι, γλίτσα, σκουριά από παλιοσίδερα και ελληνικός βαρύς, μου έρχεται στο νου ένα τραγούδι της Πόλυ Πάνου, «πώς κλαίει ο άνθρωπος που τα όνειρά του τώρα σβήσαν, πόσο πικρός του κόσμου ο κατατρεγμός», αλλά επειδή είναι πολύ σπαραξικάρδιο και δεν μου πάει με τον χαρακτήρα που ΄χω, στρίβω γρήγορα στην Ερμού και ανηφορίζω προς στο Σύνταγμα.

Από τη Σόλωνος, στη Νομική, κοιτώ, κακοστημένο σκηνικό, δεν καταλαβαίνω, ή μάλλον καταλαβαίνω γι αυτό και ξαναστρίβω, Σταδίου, το νεοκλασικό κτίριο-φάντασμα της ανείπωτης οδύνης του περασμένου Μαίου φασκιωμένο με πολύχρωμες από συνθήματα λαμαρίνες, ο δρόμος μυρίζει εξάτμιση, καφέ και μούχλα, πρώτη-φρένο-πρώτη-φρένο, ραμμένα στόματα στα Προπύλαια, ματιές κοφτερές σαν λεπίδα, City Link, δίπλα πίνουν φρέντο και ακούν Νταλάρα, όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο.

Στην πλατεία Κολωνακίου μια κυρία κρατά μια τσάντα Fendi και συνομιλεί με τη ζητιάνα της πλατείας. Εκείνη ψελλίζει κάτι, η κυρία φωνάζει, μια ομάδα μοτοσικλετιστών ανεβαίνει την Κανάρη, κρατούν σημαίες, καραμούζες και πατούν την κόρνα, φωνάζουν δυνατά «Κλέφτες!», η κυρία φωνάζει κι εκείνη, κάποια άλλη βγάζει βιαστικά χρήματα από το ATM της Alpha, σκουντουφλώντας πάνω στην ηλικιωμένη που κάθεται ακριβώς δίπλα και πουλάει ματσάκια ρίγανης, θυμάρι και μέντα, η κυρία φωνάζει, η ζητιάνα ψελλίζει, κανείς δεν ακούει, η κυρία φωνάζει: «Πες μου τι θα ήθελες να σου πάρω να φας!», η ζητιάνα προσπαθεί να καταλάβει, μάλλον δεν της έχει ξανά τύχει, η κυρία την παρακαλεί, ναι, το έζησα κι αυτό, οι μοτοσικλετιστές φωνάζουν, «Κλέφτες!» και κορνάρουν, τρελός σαματάς, ένας γνωστός μόδιστρος περνάει δίπλα από την ηλικιωμένη με τα ματσάκια ρίγανης, Αθήνα-Κάιρο-Μιλάνο-Καμπούλ, όλα σε ένα, νοικοκυρεμένα (;), στην Μηλιώνη ακούν lounge, στη «Λυκόβρυση» τρώνε προφιτερόλ και στο Ντα Κάπο πίνουν espresso lungo, οι εφημερίδες γράφουν για την Μέση Ανατολή, το Μνημόνιο, τον Παναθηναϊκό και την Μακρυπούλια, σκέφτομαι την Αίγυπτο, την Τυνησία, κατεβαίνω στην Πανεπιστημίου, στα τύμπανά μου δονούν κάποιες παλαιοκομματικές εθνικο-αριστερές ατάκες που πάντα τις έκανα κέφι, καλύτερα τα συνθήματα, πιο βολικά, που να τρέχουμε τώρα να αλλάζουμε τον κόσμο, σκέφτομαι ότι όλες τούτες οι αναλύσεις και οι αναφορές στην κρίση, στους λαθρομετανάστες, στον αστικό ακτιβισμό έχουν γίνει πολύ σικ, δεν θέλω να αναλύσω, θα παραλύσω, από το μυαλό περνά ένα κολλάζ με αντιφατικές και άνισες εικόνες, η όμορφη κοπέλα των διοδίων με το Citroen, το Jeep, οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι, η θωρακισμένη Mercedes, πρώτη-φρένο-πρώτη-φρένο, η Νομική, η ζητιάνα, η τσάντα Fendi, ο μελαμψός λαθρομετανάστης, η αγορά του Έλ Κχαλίλι, η ανθισμένη αμυγδαλιά της Μεσογείων, ο Νταλάρας…δεν υπάρχει θεωρία, ούτε τρένα ούτε πλοία κι ο καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί…

Μπορεί; μάλλον…ή έστω ακόμα…διαισθάνομαι όμως το μπαμ, ακούω φωνές, όπως η μακαρίτισσα η συνονόματη από τη Λωραίνη, έχω το κληρονομικό χάρισμα, κρίμα που δεν το εκμεταλλεύτηκα να βγάλω χρήμα, τι μ΄ έβαλε ο διάολος να σπουδάσω, κάποτε είχα ονειρευτεί, μικρός ακόμα, ότι θα σηκώναμε το ευρωπαϊκό, το είχα γράψει και σε μια έκθεση ιδεών στο σχολείο με θέμα τι βλέπουμε στα όνειρά μας, άλλοι έγραψαν για τον Τεν Τεν και τα στρουμφάκια, εγώ είχα γράψει για την κούπα, ο Ζαγοράκης ήταν βρέφος, δεν τον ήξερα, ο δάσκαλος, εφαρμόζοντας τη δική του εκπαιδευτική μέθοδο μου είχε πει να πάω να με διαβάσει κανένας παπάς, δυστυχώς ο ιερωμένος της γειτονιάς είχε πάθει εγκεφαλικό και δεν πήγα, με διάβασε η παπαδιά αλλά το ξόρκι δεν έπιασε, επίσης έχω δει κι άλλα παρόμοια, ας πούμε είδα την Τουρκία να κάνει επιθετική εξαγορά της Ελλάδος στο χρηματιστήριο της διεθνούς πολιτικής, το ΔΝΤ να αναλαμβάνει business consultant στο merger & acquisition, να επιτυχγάνονται οικονομίες κλίμακας και μείωση του λειτουργικού κόστους και ο πλεονάζων πληθυσμός, κατόπιν προγράμματος εθελουσίας εξόδου, να αποχωρεί σε άλλη γη σ΄άλλα μέρη που κανέναν δεν ξέρει και κανείς δεν τον ξέρει κι άλλα τέτοια όμορφα, αλλά αυτά θα τα κάνω άλλο ποστ κάποια στιγμή, πρέπει να σε κρατώ και σε εκγρήγορση…

…μυρίζομαι το μπαμ, βελούδινο ή κατακλυσμιαίο, δεν ξέρω, αισθάνομαι ότι πλησιάζουμε στο σημείο βρασμού (ψυχής) και το καπάκι της χύτρας να εκτοξεύεται, ακούω τον ήχο της έκρηξης, μοιάζει με το βουητό που κάνει το τρένο καθώς κολλάς το αφτί σου στις ράγες, έρχεται από μακριά, αλλά έρχεται, μπορεί να σταματά σε κάποιο σταθμό και να καθυστερεί, δεν ξέρω αν είναι η υπερταχεία ή ο καρβουνιάρης, αλλά είναι στις ράγες, κανένας φράχτης, συρματόπλεγμα ή τείχος δεν μπορεί να το εμποδίσει, το ρολόι του σταθμού απλά μετρά το χρόνο της άφιξης του, το θέμα είναι πόσοι θα επιβιβαστούν…

5 σχόλια:

scarlett είπε...

έχεις δίκιο, Τζων Μπόη. σχεδόν όλοι μας περιμένουμε λίγο πολύ την έκρηξη που περιγράφεις. κι αν και είμαι βέβαιη πως θα είναι από πολύ δυσάρεστη έως ολέθρια, από την άλλη με ανησυχεί η σκέψη μήπως τελικά και αυτή είναι ένας διακαής πόθος των πολλών, και μήπως αντί γι'αυτήν υποπέσουμε τελικά σε μια αργή σήψη και απάθεια.
δεν ξέρω. ειλκρινά δεν ξέρω.

μπορώ όμως να ευχηθώ ενα καλό σ/κ

Jolly Roger είπε...

Για το μπαμ, δεν ξερω αν πρεπει να το ευχομαι η να το φοβαμαι.
Τεινω προς την ευχη.
Αν και οι μπερλουσκονηδες, οι μουλαδες και οι καρατζαφυρερ καραδοκουν ακριβως αυτο το μπαμ για να επωφεληθουν.

Γι' αυτην την περιεργη κατασταση αναμονης, δεν ξερω αν οδηγησει καπου η αν μεινει μετεωρη. Ελπιζω το πρωτο, αλλα θεωρω πιο πιθανο το 2ο.
Παρα πολλοι ελληνες εχουν ενα ψηλο επιπεδο ευημεριας. Αυτο τους κοβει καθε διαθεση για εξελιξεις.
Ετσι, η αισθηση της αναμονης περιοριζεται σε μια χλιαρη διαμαρτυρια για το μποτιλιαρισμα στους δρομους και το φακελακι στα νοσοκομεια.

Τζων Μπόης είπε...

@ Scarlett, νομίζω ότι σε αργή σήψη και απάθεια είμαστε ήδη εδώ και χρόνια, αλλά αισθάνομαι ότι κάτι αλλάζει, δεν ήμουνα ποτέ υπέρ των απότομων αλλαγών με την προϋπόθεση ότι κάποιες, έστω και αργές αλλαγές συντελούνταν, μιλάμε για μπαμ γιατί αυτή η κοινωνία χρειάζεται ένα δυνατό σόκ για να συνέλθει και μη μου πει κανείς ότι είμαστε σε σοκ από τα μέτρα του Μνημονίου.

Καλό σ.κ. σου εύχομαι επίσης


@ Πειρατή, καλώς ήρθες στα μέρη μας και σε ευχαριστώ για τη συμμετοχή στα σχόλια.
Σκέψου τη διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 40 χρόνια, η συντριπτική της πλειοψηφία αποτελείται από μικροαστούς, ευχή και κατάρα για την Ελλάδα, φορείς παραγωγικότητας αλλά και συντηρητισμού. Οι μικροαστοί, δεν είναι ούτε αρκετά πλούσιοι ώστε να σκέφτονται ότι και να χάσουν κάτι θα έχουν και πάλι πολλά ακόμα, ούτε και πένητες για να λένε τι είχαμε τι χάσαμε, τα δύο άκρα άνετα κάνουν τις ανατροπές, οι μεσαίοι όμως φοβούνται, αυτοί έχουν να χάσουν, οι άλλοι όχι. Όσο όμως αυτή η τάξη συρρικνώνεται υπέρ της μίας ή της άλλης ομάδας, τότε οι ανατροπές είναι πιο εύκολες...αυτό το τρένο βλέπω να έρχεται αργά, αλλά να έρχεται.
Όσο για αυτούς που λες ότι καραδοκούν, ας κοπιάσουν, προσωπικά δεν μπορώ να τους αντιπαθήσω περισσότερο από ότι κάποιους φτηνούς μεταπράτες ιδεών που μου πωλούν όραμα και κοινωνική δικαιοσύνη φορώντας ξεδιάντροπα την λεοντή του σοσιαλισμού.

tr0l είπε...

Σε σοκ σίγουρα δεν είμαστε! Αυτό που λέει η Σκάρλετ μήπως μ αυτά και μ αυτά περάσαμε σε κάτι αργόσυρτο που κρατήσει υπερβολικά πολύ, το φοβαμαι κι εγώ. Επίσης, φυσικά φοβάμαι και τα μπαμ όσο κι αν μ εξιτάρουν. Ε, παίρνεις μια απόφαση μετά ότι μα φοβάσαι το ένα, μα φοβάσαι το άλλο, ε οκ, βαριέσαι και να φοβάσαι, γοτ δε χελ. Το κείμενο ρέει πολύ ωραία. (Να σημειώσω ότι οι αμφιταλαντεύσεις του τί φοβάμαι συχνά παύουν πια και όταν φτάσεις σε πείνα, απόγνωση, κτλ, τον 'όχι-φόβο' δλδ δεν τον βλέπω σε καμία περίπτωση ως overcoming απλώς)

Τζων Μπόης είπε...

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση.
Το σοκ να είναι τέτοιο ώστε να επιτυγχάνεται μια ελεγχόμενη, παρά μια απότομη αντίδραση.
Έτσι και την ομέλετα έχουμε και τα αυγά ακέραια.
Εγώ όμως ελπίζω στο μπαμ, το οποίο θα μπορούσε να ήταν και μια δημιουργική έκρηξη, ας πούμε μια έκρηξη στον τομέα της τέχνης, μιλάμε για τόση αισιοδοξία!