Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Φυσικές Ανάγκες

Οι τουαλέτες του γραφείου είναι χάρμα.

Οι τουαλέτες του γραφείου είναι καλύτερες και από τα ίδια τα γραφεία, γυαλισμένες, καθαρές, μυρίζουν χλωρίνη, στις καλές εποχές μύριζαν και εξωτικά λουλούδια, αλλά σήμερα τα φράγκα της επιχείρησης δεν φτάνουν ούτε για τους εργαζομένους, θα περισσεύουν για εστέτ καθαριστικά τουαλέτας;

Οι τουαλέτες έχουν κι ωραίο φωτεινό προθάλαμο με μπορντοροδοκόκκινους γρανίτες με ιβούαρ πιτσιλιές και μπαταρίες μάρκας Grohe, οι λεκάνες είναι πάντα αστραφτερές και κάθε φορά που τραβάς το καζανάκι βγαίνει κι ένα μπλε παχύρευστο υγρό που μυρίζει αύρα ωκεανού, έτσι τουλάχιστον διαφημίζει το καθαριστό τουαλέτας.

Ο προθάλαμος είναι σημείο συνάντησης και περισυλλογής, θες να μιλήσεις πριβέ στο κινητό, θες να μιλήσεις γενικώς πριβέ, θες να κουτσομπολέψεις τον συνάδελφο, θες να θάψεις τον προϊστάμενο, εκεί είναι η γη της επαγγελίας, ο καταλληλότερος χώρος.

Από τις έξι τουαλέτες, τρεις αντρικές, τρεις γυναικείες, συνήθως πηγαίνω στην μεσαία αντρική, η οποία έχει φεγγίτη και εμένα μου αρέσει το φυσικό φως στην τουαλέτα κι όχι κάτι δήθεν κρυφοί φωτισμοί χωμένοι σε γυψοσανίδες.

Μπήκα μέσα, έκλεισα την πόρτα, δεν κάθισα πολύ, για κατούρημα πήγα ο άνθρωπος, τράβηξα το καζανάκι και καθώς προσπαθούσα να ανοίξω την πόρτα διαπίστωσα ότι αυτή είχε μαγκώσει, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία άκουγα βήματα να σέρνονται στον προθάλαμο. Η Λιούμπα, η καθαρίστρια, κροτάλιζε τα τακούνια της πάνω στους γρανίτες και πιο πίσω ο Γιώργος, ο σεκιουριτάς του κτιρίου έμπαινε για την ανάγκη του, σφυρίζοντας ένας τραγούδι του Χατζηγιάννη.

Η Λιούμπα είναι από το Νοβοροσίσκ, ο Γιώργος από τα Τρίκαλα. Έπιασαν την κουβέντα, η Λιούμπα του έλεγε για το κρύο της Ρωσίας, ο Γιώργος για τα όμορφα Τρίκαλα, η Λιούμπα για την οικογένεια της στο Νοβοροσίσκ κι ο Γιώργος για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ο Γιώργος είναι εξωπορτίστας. Η Λιούμπα δεν κατάλαβε τι είναι αυτό, ούτε κι εγώ όμως κλειδωμένος μέσα στην τουαλέτα και τότε ο Γιώργος της εξήγησε ότι ο εξωπορτίστας είναι αυτός που πηγαίνει έξω από τα σπίτια των «ενόχων της κρίσης», τους περνάει γενναίες δεκατέσσερις και τους φωνάζει και μερικά «γαλλικά», έτσι για την εκτόνωση του πράγματος. Η Λιούμπα ρώτησε αν μετά από αυτό οι ένοχοι συγκινούνται κι ο Γιώργος τότε, αφού γέλασε δυνατά, είπε κάτι πρόστιχο για τους «ενόχους» που η Λιούμπα δεν πολυκατάλαβε, αλλά επειδή ο Γιώργος είναι πολύ καλός στις γλαφυρές περιγραφές, αυτή στο τέλος σιγογέλασε. Ο Γιώργος έκανε την ανάγκη του κι έφυγε, καζανάκι δεν τράβηξε, η Λιούμπα ακολούθησε, εγώ προσπάθησα να ξεμπλοκάρω την πόρτα, αλλά ξαφνικά άκουσα και πάλι βήματα, είπα να φωνάξω να μου ανοίξουν, αλλά κατάλαβα ότι ήταν ο Σταύρος που έχει τον ανθρωποδιώκτη και δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας κι είπα να προσπαθήσω αργότερα μόνος μου. Ο Σταύρος πήγε στην διπλανή τουαλέτα, τράβηξε το καζανάκι και πριν ανοίξει την πόρτα, άκουσα τον Κώστα να πλένει τα χέρια του στη βρύση Grohe, την ώρα που συνομιλούσε με τη Μάρθα κι έλεγαν για τον Σταύρο ότι είναι πολύ μεγάλος μαλάκας, ο οποίος όμως είχε παραμείνει μέσα στην τουαλέτα, για αρκετή ώρα. Ο Κώστας με τη Μάρθα έφυγαν γελώντας και θάβοντας τον Σταύρο και σε λίγο άκουσα τον Πέτρο να πλένει τα χέρια του και μετά να ανοίγει την πόρτα της τουαλέτας του Σταύρου. Επειδή τα φράγκα για αυτές τις τουαλέτες φαίνεται ότι εξαντλήθηκαν στους γρανίτες του προθαλάμου και οι μεσοτοιχίες κατασκευάστηκαν από φτηνή γυψοσανίδα, διαπίστωσα, κλειδωμένος πάντα μέσα στη μεσαία τουαλέτα, την κακή ηχομόνωση των φτηνών δομικών υλικών, καθώς ο Σταύρος με τον Πέτρο, παρότι «συνομιλούσαν» σιγανά, η «συνομιλία» τους μπορούσε να διαπεράσει άνετα τη φτηνή γυψοσανίδα.

Σε λίγο άκουσα τη Στεφανία να μπαίνει στον προθάλαμο, να μιλά στο κινητό και να λέει πόσο μεγάλος μαλάκας είναι ο Σταύρος (δις, άρπα την Σταύρε), ωραία είπα μέσα μου, μια χαρά είναι κι εδώ, θα μείνω εδώ μέσα έως το απόγευμα που θα χτυπούν οι συναγερμοί όταν θα κλειδωθεί το κτίριο, μπορεί να κάτσω και μέρες, μήνες, χρόνια, μπορεί στο τέλος να με βρει η Νικολούλη και να γίνω σταρ.

Η Λιούμπα ξαναμπήκε στον προθάλαμο, σέρνοντας το καρότσι με τα χαρτιά υγείας και τις σφουγγαρίστρες, ο Σταύρος βγήκε από την τουαλέτα και λίγο μετά ο Πέτρος, η Μάρθα μάλλον είχε συχνουρία γιατί ξαναμπήκε στην τουαλέτα, τράβηξε το καζανάκι δυό φορές και μετά βγήκε, η Στεφανία, αφού έκλεισε το κινητό, μπήκε στην τουαλέτα και μετά από λίγο άκουσα τον Γιώργο, τον σεκιουριτά, τον εξωπορτίστας, να μπαίνει στην ίδια τουαλέτα με την Στεφανία, να της πιπιλίζει το αφτί και να την αποκαλεί μάνα του, μανούλα του - ανάθεμα την φτηνή γυψοσανίδα - κι η Λιούμπα στη συνέχεια αφού μάζεψε τα καλαθάκια με τα χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας κι ότι άλλο χρησιμοποιημένο βρήκε μέσα σ’ αυτά, έριξε απολυμαντικό στις λεκάνες κι αφού τραγούδησε ένα ρώσικο σπαραξικάρδιο τραγούδι, που συγκίνησε μέχρι κι εμένα που καθόμουν κλειδωμένος πάνω στη λεκάνη, μπήκε στο ασανσέρ και ανέβηκε στους πάνω ορόφους. Κάποια στιγμή και μετά από προσπάθεια, η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε, βγήκα έξω, κύριος πάντα, προσέχοντας βέβαια το φερμουάρ μου - αυτό το έχω πάντα ένα άγχος - μπήκα στο γραφείο μου σοβαρός, μπαστακώθηκα στην καρέκλα μου και συνέχισα την εργασία μου.

Ο Γιώργος, ο εξωπορτίστας πήγε στο πόστο του, δηλαδή στην είσοδο του κτιρίου, όπως αρμόζει σε έναν ευσυνείδητο σεκιουριτά, αφού η επιχείρηση τον πληρώνει για να είναι εσωπορτίστας, το εξωπορτίστας βρε αδερφέ είναι απλά ένα χόμπυ, η Μάρθα κάθησε στο τηλεφωνικό κέντρο, αφού διόρθωσε το στρινγκ στον πισινό της, η Στεφανία άρχισε να τα χώνει πολύ άσχημα στον Πέτρο, γιατί λέει αυτή γαμιέται (στην δουλειά εννοείται) κι ο Πετράκης κωλοβαράει στα γραφεία - και που να ‘ξερες τι κάνει με τον κώλο του ο Πετράκης - ο Σταύρος, ο οποίος παρεπειπτόντως είναι σύζυγος της Στεφανίας λοξοκοιτούσε τον Πέτρο που του τα έχωνε η Στεφανία κι ο Κώστας, που πριν από λίγο πιπίλιζε τους λοβούς της Στεφανίας, συζύγου Σταύρου, με χρόνιο πρόβλημα σπαστικής κολίτιδας, έτρεξε προς τις τουαλέτες, σκοντάφτοντας πάνω στη Λιούμπα, η οποία έμπαινε στα γραφεία με ένα Azax στο χέρι.

Η επόμενη, ήταν η ημέρα της προγραμματισμένης μας συνάντησης σε μπυραρία. Είμασταν πολλοί, το είπαμε και στη Λιούμπα, αλλά μας είπε ότι τα απογεύματα ξεσκατίζει έναν παππού, το είπαμε και στον Γιώργο τον σεκιουριτά, αλλά είχε κι αυτός προγραμματισμένη υποχρέωση με τους εξωπορτίστες, μείναμε οι υπόλοιποι να πίνουμε μπύρες, είμασταν μια πάρα πολύ όμορφη παρέα, μια μεγάλη οικογένεια, μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα, μέχρι που ξαφνικά άρχισε το σούρτα φέρτα στις τουαλέτες, τόσες μπύρες κάπου έπρεπε να διοχετευθούν, εγώ πάντως μπαστακώθηκα στη θέση μου, άλλη φορά θα τα κρατώ για το σπίτι μου και στην ανάγκη, καλού κακού, και με πάνα βρακάκι.

5 σχόλια:

scarlett είπε...

Με τόσους "μπορντοροδοκόκκινους γρανίτες με ιβούαρ πιτσιλιές και μπαταρίες μάρκας Grohe", είναι να μη γίνονται επικίνδυνος τόπος συναντήσεων ; Εμπνέουν την ίντριγκα!

Άνευ Χαρτοφυλακίου είπε...

Περιγράφεις άχαρες καταστάσεις με τρόπο απολαυστικό και πάντα πιστός στην τεχνική του πλάγιου χιούμορ :)

Τις καλημέρες μου Τζων

Τζων Μπόης είπε...

@ Scarlett, την επόμενη φορά θα γράψω για τους διαδρόμους και τα υπόγεια, stay tuned και η ίντριγκα θα χτυπήσει κόκκινο!

@ Άνευ Χ., για γέλια και για κλάματα φίλε...

scalidi είπε...

Ναι, να γράψεις και για τους διαδρόμους...

Τζων Μπόης είπε...

@ Σταυρούλα, μόνο που αυτό θα είναι ένα πραγματικά kinky άρθρο :)